Η ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΨΑΧΝΕΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΚΟΣΜΟ
Η Αικατερίνη Παπαγεωργίου μιλά στο NEWS 24/7 με αφορμή τον «Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο» του Aldous Huxley που θα παρουσιαστεί από τις 31 Οκτωβρίου στο θέατρο Δίπυλον.
Η Αικατερίνη Παπαγεωργίου είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παρουσίες της νέας γενιάς Ελλήνων σκηνοθετών. Τα τελευταία χρόνια έχει ξεχωρίσει μέσα από τη δουλειά της στο Θέατρο Μπέλλος, που έχει αναλάβει καλλιτεχνικά, αλλά και μέσα από τις παραστάσεις της ομάδας The Young Quil, διαμορφώνοντας μια σαφή σκηνική ταυτότητα με σύγχρονη αισθητική και έντονη πολιτική ματιά.
Για την Αικατερίνη Παπαγεωργίου το θέατρο δεν είναι ένας χώρος αποκομμένος από την κοινωνία. Είναι ένα πεδίο όπου συναντιούνται η τέχνη, η πολιτική, η ψυχολογία και οι μηχανισμοί που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε μέσα στον κόσμο. Οι επιλογές της επιστρέφουν σταθερά σε ερωτήματα γύρω από την εξουσία, την ελευθερία, την ταυτότητα, τις κοινωνικές ανισότητες και την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει.
Τώρα καταπιάνεται με τον «Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο» του Aldous Huxley (Θέατρο Δίπυλον από τις 31 Οκτωβρίου), ένα έργο που γράφτηκε σχεδόν έναν αιώνα πριν, αλλά μοιάζει τρομακτικά σύγχρονο.
Γιατί ο κόσμος του Χάξλεϊ δεν είναι μια κλασική δυστοπία όπου η εξουσία επιβάλλεται με φόβο και βία. Είναι ένας κόσμος όπου ο έλεγχος έρχεται μέσα από την ευχαρίστηση, την κατανάλωση, την υπόσχεση της ευτυχίας και την κατάργηση κάθε δυσάρεστου συναισθήματος. Ένας κόσμος όπου ο άνθρωπος δεν φυλακίζεται πίσω από κάγκελα, αλλά εκπαιδεύεται να αγαπά την ίδια του τη φυλακή.
Παράλληλα, θα σκηνοθετήσει τον Μάρτιο του 2027 τη «Δεσποινίς Διευθυντής» στο Εθνικό Θέατρο και επαναφέρει το «Απόψε κανείς δεν πεθαίνει» στο Θέατρο Μπέλλος, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να κινείται από την πολιτική δυστοπία μέχρι την ελληνική κωμωδία, χωρίς να εγκαταλείπει τον βασικό της προβληματισμό: τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος καλείται να χωρέσει σε ρόλους, προσδοκίες και κανόνες που έχουν οριστεί πριν από εκείνον.
Τέλος από τον Νοέμβριο θα δούμε στο θέατρο Μπέλλος την “Προσευχή της Θάλασσας“, μια περφόρμανς βασισμένη σε πραγματικές μαρτυρίες προσφύγων και μεταναστών, μια παράσταση που το καλοκαίρι παρουσίασε στον Πλευρώνα στο πλαίσιο του Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός.
“Ο κόσμος του Χάξλεϊ μοιάζει με τον δικό μας”
Τη συνάντησα στις πρόβες του “Θαυμαστού Καινούριου Κόσμου” και η ίδια ξεκίνησε να μιλάει με ενθουσιασμό για το έργο του Χάξλεϊ “Το έργο αυτό του Χάξλεϊ με ενδιέφερε εδώ και πολλά χρόνια. Είχα σοκαριστεί όταν το είχα διαβάσει. Είναι πολιτικά τρομερά εύστοχο, γιατί ο κόσμος που έχει οραματιστεί μοιάζει πάρα πολύ με αυτόν που ζούμε σήμερα.
Δεν μιλά για μια εξουσία που χρησιμοποιεί τη βία ή την καταστολή με έναν εμφανή τρόπο. Μιλά για μια πιο αθέατη βία, η οποία ασκείται σταδιακά και ταυτόχρονα παρουσιάζεται με ένα χαρούμενο πρόσωπο.
Όλα συμβαίνουν μέσα από την ευφορία, τα ήπια συναισθήματα, την οργάνωση, την ευταξία και την ασφάλεια. Αυτές είναι οι αρχές που διέπουν αυτόν τον «Θαυμαστό καινούριο κόσμο», αλλά και οι αρχές που προτάσσει ο σύγχρονος πολιτικός λόγος.
Με ιντριγκάρει πολύ το πως ο Χάξλεϊ διαχειρίζεται την έννοια της ελευθερίας και το στοιχείο του προκαθορισμού: το πώς δηλαδή οι άνθρωποι μαθαίνουν να θέλουν κάτι πολύ συγκεκριμένο και πώς στη συνέχεια δημιουργείται ένα σύστημα —όπως αυτό που συναντάμε και μέσα από τα media και τη διαφήμιση— που συνεχώς τους κατευθύνει προς μια συγκεκριμένη επιλογή.
Πώς παίρνει σκηνοθετικά σάρκα και οστά ο δυστοπικός αυτός κόσμος;
Είναι ένας δυστοπικός κόσμος, αλλά περιέχει στοιχεία με τα οποία μπορούμε να συνομιλήσουμε, γιατί μας είναι πολύ οικεία. Θεατρικά, επιλέξαμε να τον τοποθετήσουμε μέσα σε ένα περιβάλλον πιο σουρεαλιστικό και διογκωμένο. Νομίζω ότι η παράσταση φτάνει στα όρια του πολιτικού θρίλερ.
Ταυτόχρονα υπάρχει μια πολύ έντονη αντίστιξη με τον κόσμο των «Αγρίων» και παραπέμπει σε φαινόμενα που βλέπουμε σήμερα, όπως η επιστροφή στις θρησκείες — όχι ως μια πνευματική αναζήτηση, αλλά ως φανατική προσκόλληση.
Το έργο, λοιπόν, κινείται σε δύο άκρα: από τη μία η κατανάλωση, η εξουσία, η οργάνωση και η ευταξία και από την άλλη ο φανατισμός και η προσκόλληση. Και τα δύο είναι εξαιρετικά επίκαιρα. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, η σύγχρονη πολιτική σκηνή της Ευρώπης. Δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε πολύ μακριά.
Αν έπρεπε να περιγράψεις αυτό το έργο σε κάποιον που δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, πώς θα το περιέγραφες;
Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε σε ένα Παγκόσμιο Κράτος, στο οποίο οι άνθρωποι δεν υπάρχει ταξική κινητικότητα. Οι άνθρωποι δεν γεννιούνται με τον τρόπο που γνωρίζουμε, αλλά διαμορφώνονται και προκαθορίζονται ώστε να ανήκουν σε προκαθορισμένες τάξεις.
Όλα είναι πολύ επιφανειακά σε συναισθηματικό επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά οργανωμένα και ελεγχόμενα. Δεν υπάρχουν ουσιαστικοί δεσμοί και όλοι παίρνουν το ναρκωτικό «σόμα» που τους προσφέρει μια μόνιμη ευφορία και καταστέλλει κάθε υπαρξιακή ή συναισθηματική αναζήτηση, αλλά και κάθε πιθανότητα αμφισβήτησης του συστήματος. Οτιδήποτε θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια επαναστατική διάθεση, απλώς εξουδετερώνεται.
Όλα λειτουργούν ώστε να αποφεύγεται η σύγκρουση, η μοναξιά, η εσωτερική αναζήτηση. Είναι λίγο η λογική του «δώσε στον άνθρωπο κάτι για να ασχολείται».
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίζεται ένα σκάνδαλο: μια γυναίκα που ανήκε στο Παγκόσμιο Κράτος έχει απομακρυνθεί από αυτό και έχει γεννήσει ένα παιδί. Το παιδί αυτό δεν έχει μεγαλώσει σε αυτόν τον κόσμο, αλλά στον κόσμο των «Αγρίων».
Είναι ένας άνθρωπος ανάμεσα σε δύο κόσμους. Και αυτή η θέση θυμίζει πολύ την εμπειρία του πρόσφυγα: δεν μπορεί να επιστρέψει εκεί από όπου ήρθε, γιατί δεν είναι πλέον αποδεκτός, αλλά ούτε μπορεί να ενταχθεί πλήρως στον νέο τόπο. Παραμένει ο ξένος.
Η άφιξή του στο Παγκόσμιο Κράτος λειτουργεί σαν καταλύτης. Αναγκάζει όλους τους χαρακτήρες να έρθουν αντιμέτωποι με ένα βασικό ερώτημα: τι είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν προκειμένου να αισθάνονται ασφαλείς;
Και εκεί βρίσκεται ίσως ο πυρήνας του έργου: στην ιδέα ότι η ανθρώπινη ύπαρξη περιλαμβάνει τον πόνο, την πίεση, την πίστη, την απώλεια, όλα εκείνα τα στοιχεία που αυτός ο κόσμος, στο όνομα της ευφορίας και της απόλυτης τάξης, έχει επιλέξει να εξαλείψει.
Οι ομοιότητες με το σήμερα…
Οι ομοιότητες με το σήμερα αισθάνεσαι ότι είναι τρομακτικές νιώθω…
Ναι. Αυτό που με συγκλονίζει στον Χάξλεϊ είναι οι μηχανισμοί που επινοεί για να δείξει πώς μπορεί να ασκείται εξουσία χωρίς ο άνθρωπος να το αντιλαμβάνεται. Μέχρι που κάποια στιγμή φτάνει να θεωρεί ότι «έτσι είναι τα πράγματα» και ότι δεν υπάρχει άλλη πιθανότητα.
Όταν βλέπω πόση προπαγάνδα δεχόμαστε σήμερα σε σχέση με τις αγορές, την κατανάλωση, τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται ο πολιτικός λόγος, καταλαβαίνω πόσο εύστοχη παραμένει η παρατήρησή του.
Και φυσικά υπάρχει το ζήτημα του «σόμα», του χαπιού. Ένα χάπι ευφορίας, ένα χάπι νεότητας, ένα χάπι που καταστέλλει τις υπαρξιακές αναζητήσεις, που αντιμετωπίζει τον πόνο, που ρυθμίζει ακόμη και τις ανθρώπινες σχέσεις.
Όλα αυτά συμπυκνώνονται στην ιδέα ότι κάθε δυσκολία μπορεί να αντιμετωπιστεί άμεσα, ότι κάθε δυσφορία πρέπει να εξαφανιστεί.
Αν δούμε και σήμερα την έντονη τάση γύρω από τα χάπια, τη χρήση τους, αλλά και την ευρύτερη πεποίθηση ότι η χημεία μπορεί να δώσει απαντήσεις σε κάθε ανθρώπινο πρόβλημα, πολλές φορές σκέφτομαι ότι ο Χάξλεϊ βρίσκεται τρομακτικά κοντά μας.
Ποιο πιστεύεις ότι είναι το σύγχρονο όπιο των λαών;
Νομίζω ότι η κοινωνία σήμερα είναι τόσο κατακερματισμένη και τόσο πολωμένη, που δεν υπάρχει ένα πράγμα που λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο για όλους.
Υπάρχουν όμως πολλά ζητήματα που λειτουργούν διχαστικά και δημιουργούν ισχυρές ταυτότητες: από την άνοδο της Ακροδεξιάς και τη συζήτηση γύρω από τον «ξένο» και την ασφάλεια, μέχρι ολόκληρη τη συζήτηση γύρω από τη woke ατζέντα.
Δεν είναι τυχαίο ότι βλέπουμε σήμερα την ενίσχυση ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη, όπως για παράδειγμα στη Γερμανία και στη Σαξονία. Όλα αυτά δείχνουν ότι οι μηχανισμοί φόβου, απλοποίησης και αναζήτησης εύκολων απαντήσεων παραμένουν εξαιρετικά ενεργοί.
Είναι πάντως σαν να ζούμε σε έναν κόσμο κατασκευασμένων εχθρών.
Ναι. Και νομίζω ότι ο φόβος είναι κάτι που λειτουργεί κόντρα στη δημοκρατία. Όταν φοβάσαι, δεν έχεις διαύγεια. Δεν αισθάνεσαι ότι μπορείς να επιλέξεις, να τολμήσεις, να ρισκάρεις, να είσαι ελεύθερος.
Για να ανήκεις σε μια πόλη, για παράδειγμα, πρέπει να έχεις χώρο μέσα σε αυτήν, να κινηθείς, να έχεις έναν ρόλο. Νομίζω ότι σήμερα υπάρχει πολύ έντονα η αίσθηση του «δεν μπορώ να επηρεάσω τα πράγματα». Ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι.
Ναι, υπάρχει αυτή η αίσθηση. Αλλά, για να κάνουμε και λίγο τον δικηγόρο του διαβόλου, υπάρχει και το αντίθετο. Γιατί μέσα από τα social media νομίζεις ότι έχεις τον απόλυτο έλεγχο της ζωής σου, μεταδίδεις τις απόψεις σου και γενικώς νομίζεις ότι κάποιος είσαι.
Σωστά, υπάρχει πλέον και αυτός ο χώρος, που σε κάνει να νομίζεις ότι επηρεάζεις τα πράγματα. Αλλά στην ουσία είναι επίπλαστο. Είσαι τελείως μόνος σου.
Και νομίζω ότι πολλές φορές ο άνθρωπος καταφεύγει εκεί γιατί, στην πιο απτή πραγματικότητα, συνειδητοποιεί ότι είναι ελάχιστα τα πράγματα που μπορεί ο ίδιος να διαχειριστεί και να αποφασίσει.
Νομίζω ότι αυτό φαίνεται και από την αποχή στις εκλογές τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα.
Ο καινούριος θαυμαστός κόσμος…
Αναρωτιέμαι ποιος είναι τελικά αυτός ο καινούργιος θαυμαστός κόσμος…
Εγώ θα έλεγα ότι το AI και η εξέλιξή του, το πόσο έχει ήδη μπει στις ζωές μας, το πόσο τις αλλάζει και το πόσο θα τις αλλάξει ακόμη.
Και βέβαια υπάρχει και το ζήτημα της δύναμης που έχει. Πόση εξουσία μπορεί να ασκήσει, πόσο μπορεί να σε διαχειριστεί, τι θα σου απαντήσει, ποια πληροφορία θα σου δώσει, ποια πληροφορία θα συλλέξει για σένα. Είναι κάτι που αφουγκράζεται τη σκέψη όλων, διαχειρίζεται τεράστιο όγκο δεδομένων και μπορεί να καθοδηγήσει.
Και είναι αυτό που περιγράφει ο Χάξλεϊ : οι άνθρωποι στις σελίδες του δεν γεννιούνται απλώς, διαμορφώνονται. Και το πιο συγκλονιστικό είναι η προπαιδεία: από βρέφη μέχρι μια συγκεκριμένη ηλικία, ακόμη και στον ύπνο τους, υπάρχουν συστήματα προπαγάνδας τα οποία, ανάλογα με την τάξη στην οποία ανήκουν, τους εμποτίζουν με συγκεκριμένα μηνύματα, ώστε να τα αφομοιώσουν και στη συνέχεια να τα αναπαράγουν.
Κανονικό πολιτικό θρίλερ. Σκέφτομαι παράλληλα, ότι μια πολύ μεγάλη μερίδα νέων ανθρώπων φαίνεται πως θα ψηφίσουν Κασιδιάρη στις επόμενες εκλογές. Κάπως έχουν βρει εκεί ένα καταφύγιο, όπως σταδιακά φαίνεται να βρίσκει καταφύγιο εκεί και ένα μέρος της Ευρώπης. Και αναρωτιέμαι πώς προκύπτει αυτό μέσα από τον «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο».
Στον «Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο» δεν αρκεί οι άνθρωποι να ανήκουν σε συγκεκριμένες τάξεις. Πρέπει να μάθουν να αγαπούν την τάξη στην οποία ανήκουν και να μη θέλουν ποτέ να πλησιάσουν τις άλλες. Να εμπεδωθεί δηλαδή η λογική «εμείς είμαστε αυτοί και οι άλλοι είναι οι άλλοι».
Αυτή η αίσθηση όχι μόνο της ανωτερότητας, αλλά και ενός πολύ ισχυρού αισθήματος «ανήκειν», που απορρίπτει οτιδήποτε διαφορετικό, γίνεται εργαλείο ελέγχου. Κρατά τους ανθρώπους προσηλωμένους στον ρόλο τους, ώστε να μπορούν να λειτουργούν μέσα στο Παγκόσμιο Κράτος: να παράγουν, να καταναλώνουν και να μην αμφισβητούν.
Γιατί το σύστημα που περιγράφει ο Χάξλεϊ είναι από τη μία βαθιά καπιταλιστικό, αλλά ταυτόχρονα έχει και έντονα κολεκτιβιστικά και δαρβινικά χαρακτηριστικά, στον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται οι τάξεις.
Και αυτή η λογική του διαχωρισμού —η ανάγκη οι άνθρωποι να είναι απόλυτα ταυτισμένοι με την ομάδα στην οποία ανήκουν και να απομακρύνονται από τους «άλλους»— είναι ένας μηχανισμός που βλέπουμε να επανέρχεται διαρκώς.
Τελικά όλα είναι ταξικά;
Νομίζω ότι δεν υπάρχει σχεδόν κανένα κοινωνικό ζήτημα που να μην μπορείς να το δεις και ταξικά. Ακόμη και τον φεμινισμό. Πώς μπορείς, για παράδειγμα, να μιλήσεις για φεμινισμό σε μια γυναίκα που είναι πρόσφυγας, που έρχεται από μια χώρα όπου υπήρχε πόλεμος, που ίσως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το σχολείο και που φτάνει εδώ για να δουλέψει σε μια εργασία με ελάχιστες απολαβές; Τι σημαίνει προνόμιο σε αυτή την περίπτωση;
Το ίδιο ισχύει και στην υγεία. Αν αντιμετωπίζεις ένα σοβαρό πρόβλημα, το κατά πόσο θα μπορέσεις να το διαχειριστείς με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες και να έχεις μια καλύτερη πρόγνωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις δυνατότητες που έχεις.
Το ταξικό ζήτημα διαπερνά τα πάντα. Ακόμη και τις ευκαιρίες ενός παιδιού από πολύ μικρή ηλικία. Το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει, η πρόσβαση στην εκπαίδευση, οι δυνατότητες που του δίνονται, όλα συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει.
Το θέμα είναι πως τα κοινωνικά χάσματα μεγαλώνουν και τα άκρα απομακρύνονται όλο και περισσότερο.
Και ενώ θα έπρεπε σήμερα κάποια πράγματα να θεωρούνται αυτονόητα —το δικαίωμα στην υγεία, στη ζωή, στην παιδεία, στη στέγη, ακόμη και στην καθαριότητα—, όλο και περισσότερο μετατρέπονται σε διακύβευμα.
Παύουν να αντιμετωπίζονται ως δικαιώματα και αρχίζουν να παρουσιάζονται ως προνόμια.
Τι φταίει, όμως, και αυτό που θα έπρεπε να θεωρείται δικαίωμα μετατρέπεται τελικά σε προνόμιο; Γιατί υποτίθεται ότι προς τα εκεί θα έπρεπε να κατευθυνόμαστε.
Έχω την αίσθηση ότι η συνθήκη του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, όταν δεν συνοδεύεται από ένα σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο που να ορίζει τα όριά του, έχει ως αποτέλεσμα να οξύνει διαρκώς αυτές τις ανισότητες.
Η ελευθερία, άλλωστε -είναι και μια βασική αρχή της δημοκρατίας- σταματά εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Χρειάζεται πάντα ένα πλαίσιο.
Ακριβώς. Διαφορετικά μπορούμε να μιλάμε για ελεύθερη αγορά, ανάπτυξη, αύξηση των κερδών και όλα αυτά. Όμως κάπου πρέπει να υπάρχει ένα όριο.
Γιατί για να υπάρχει αυτό που ονομάζουμε «πρώτος κόσμος», πρέπει να υπάρχει και ένας «τρίτος κόσμος». Αν δεν υπήρχε αυτή η ανισορροπία, δεν θα υπήρχε αυτή η διάκριση.
Αν, λοιπόν, δεν χαράξουμε έστω μια ηθική γραμμή στο πόσο μπορεί να διευρύνεται αυτή η ψαλίδα, αν δεν υπάρχει ένα πλαίσιο που να περιορίζει αυτή τη διαρκή διεύρυνση, η ανισότητα θα συνεχίζει να μεγαλώνει.
Αυτό εννοώ όταν μιλάω για τον νεοφιλελευθερισμό.
Οι ήρωες του Χάξλεϊ τι σχέση έχουν με την ηθική;
Με τα κριτήρια του δικού τους Παγκόσμιου Κράτους, δεν είναι ιδιαίτερα «ηθικοί». Παραβιάζουν τους κανόνες αυτού του κόσμου προκειμένου να δουν τι υπάρχει έξω από αυτόν τον απόλυτο έλεγχο, ομως, στην πορεία του έργου διαμορφώνουν έναν προσωπικό αξιακό κώδικα.
Το βασικό ερώτημα που τους διαμορφώνει είναι τι είναι ο καθένας διατεθειμένος να θυσιάσει στον βωμό της ασφάλειας. Πόση ελευθερία μπορεί να παραχωρήσει κάποιος προκειμένου να αισθάνεται προστατευμένος;
Και εκεί βρίσκεται η μεγάλη σύγκρουση του έργου.
Συναισθήματα έχουν οι ήρωες;
Αυτοί οι άνθρωποι διαμορφώνονται ακριβώς για να αποφεύγουν τα δυνατά συναισθήματα. Και παίρνουν και το «σόμα» γι’ αυτόν τον λόγο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι, με αφορμή αυτή τη σύγκρουση και την είσοδο του ξένου στον κόσμο τους, αρχίζουν να αναπτύσσουν συναισθήματα. Κάπως σταματούν να παίρνουν το «σόμα», ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, και τότε έχει πολύ ενδιαφέρον το πώς διαχειρίζονται όλο αυτό που τους συμβαίνει: πόσο επιτρέπουν στα συναισθήματα να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους, πόσο επιτρέπουν στον εαυτό τους να συνδεθεί με κάποιον άλλον και πόσο τελικά καταφεύγουν ξανά στο οικείο και στο γνώριμο.
Και αυτό είναι κάτι πολύ γνώριμο και σε εμάς: η απόσταση, η απάθεια ως τρόπος προστασίας.
Γιατί ο Χάξλεϊ, νομίζω, ξεκινά από μια πολύ εύστοχη παραδοχή. Σου λέει: δεν θέλουμε να ματαιωνόμαστε, δεν θέλουμε να στενοχωριόμαστε, δεν θέλουμε να μας απορρίπτουν, δεν θέλουμε να πονάμε.
Οπότε φτιάχνει έναν κόσμο στον οποίο όλα αυτά αποφεύγονται. Και βέβαια κι εμείς όλοι θα θέλαμε να τα αποφύγουμε. Αλλά τελικά, όταν τα αφαιρείς όλα αυτά, κάπως παύεις και να είσαι άνθρωπος.
Και η Δεσποινίς Διευθυντής
Και μετά από όλες αυτές τις πολιτικές επιλογές έργων, αλλά και με δεδομένη τη δουλειά σου στις φυλακές —που κι αυτή είναι μια ξεκάθαρα πολιτική απόφαση— πώς φτάνουμε στην ελληνική κωμωδία «Δεσποινίς Διευθυντής» που θα δούμε στο Εθνικό;
Χάρηκα πάρα πολύ όταν μου ανέθεσαν αυτό το έργο. Το θεωρώ μια ευκαιρία να ασχοληθώ με κάτι πολύ διαφορετικό, το οποίο όμως, με έναν άλλο τρόπο, είναι επίσης βαθιά πολιτικό.
Και αυτό έχει να κάνει με ένα πολύ ουσιαστικό δίπολο: τι περιμένουν οι άλλοι από εμάς και πόσο συχνά αλλάζουμε τον εαυτό μας προκειμένου να γίνουμε αρεστοί και αποδεκτοί.
Αυτό συμβαίνει ακόμη και στον έρωτα. Πολλές φορές προσαρμοζόμαστε στις προσδοκίες του άλλου, γιατί θεωρούμε ότι αν δεν αλλάξουμε, ίσως δεν είμαστε αρκετοί για να αγαπηθούμε, να γίνουμε αποδεκτοί ή να μας επιλέξουν.
Και αυτή η διαδικασία, πέρα από βαθιά υπαρξιακή, είναι και πολιτική.
Πέρα από το κωμικό στοιχείο του έργου —που είναι πολύ γοητευτικό και σκηνικά παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς μεταφερόμαστε στη δεκαετία του ’60— υπάρχει μια πολύ δυνατή ψυχολογική διαδρομή της πρωταγωνίστριας.
Σε όλη τη διάρκεια του έργου προσπαθεί να αλλάξει, να προσαρμόσει ή να τροποποιήσει τον εαυτό της ανάλογα με την περίσταση, ώστε να γίνει αποδεκτή: επαγγελματικά, οικογενειακά, κοινωνικά, ερωτικά.
Με ενδιαφέρει πολύ να δω αυτή την ιστορία και ως μια ψυχολογική διαδρομή. Γιατί είναι κάτι δύσκολο, αλλά ταυτόχρονα πολύ κοινό. Κάτι που το βιώνουμε πολλοί, αλλά συχνά δεν το συζητάμε.
Συζητάμε περισσότερο το κοινωνικό κομμάτι: τι σημαίνει να δέχεσαι ρατσισμό, σεξισμό ή βία μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Αυτό που συχνά μένει “έξω” είναι το πώς νιώθει ο άνθρωπος που τα βιώνει όλα αυτά. Και αυτή η πλευρά του έργου είναι εξαιρετικά γοητευτική.
Και ρωτάω τώρα: τελικά είναι όλα θέμα ελέγχου;
Νομίζω ότι περισσότερο είναι ο φόβος μήπως χάσουμε τον έλεγχο, παρά ο ίδιος ο έλεγχος καθαυτός. Και αυτό μας διατρέχει παντού, ακόμη και συναισθηματικά. Φοβόμαστε πολλές φορές τα συναισθήματα ακριβώς γιατί εμπεριέχουν αυτές τις ακραίες περιοχές, που είναι δύσκολες. Αλλά συνήθως στις ακραίες περιοχές είναι που γίνονται και οι θεμελιακές αλλαγές, οι πραγματικές μετατοπίσεις.
Και η σύγχρονη κοινωνία παίρνει το «σόμα» αν σκεφτείς. Η πλειοψηφία πλέον παίρνει φάρμακα για να παραμένει ήρεμη…
Όλοι θέλουμε να ελέγξουμε το συναίσθημα. Δεν μπορούμε ούτε να βυθιστούμε ούτε να αναδυθούμε, με οποιονδήποτε τρόπο. Το λέει και ο Τζον στον «Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο»: “θέλω να νιώθω και θέλω να διεκδικήσω το δικαίωμά μου να είμαι δυστυχισμένος. Γιατί ακόμη κι αυτό μπορεί να με κάνει ευτυχισμένο”.
Αυτό το χάνουμε σταδιακά.
Καμιά φορά σκέφτομαι: ωραία, και παλιά πώς ζούσαν οι άνθρωποι; Δηλαδή εμείς όλα αυτά τα αποφεύγουμε, τα αποστρεφόμαστε. Ίσως γι’ αυτό παλιά γίνονταν και αλλαγές.
Ακριβώς. Γιατί τώρα, αν το σκεφτείς, είναι σαν να ζούμε σε ένα παγκόσμιο κράτος.
Σε ένα παγκόσμιο κράτος που θέλει τα πάντα να τα ελέγξει. Και το κάνει μάλιστα με έναν τρόπο σχεδόν αόρατο. Είναι τελείως «Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος» με τα ηνία της εξουσίας να έχουν περάσει κάπου όπου δεν είναι πλέον ορατά.
Και γι’ αυτό νομίζω ότι καταλήγουμε να μιλάμε για κοινωνίες φόβου και όχι για κοινωνίες ελπίδας. Γιατί, όταν οι άνθρωποι ελέγχονται, δεν ελπίζουν. Και όταν δεν ελπίζουν, δεν θέλουν να αλλάξουν ή να ανατρέψουν κάτι.Θέλουν να διατηρήσουν αυτή την ευταξία, από τον φόβο ότι, αν ανατραπεί, κάτι πολύ κακό θα συμβεί.
Θα κλείσουμε με αυτό: «Ελέγχονται, άρα δεν ελπίζουν».
Ναι. Νομίζω ότι είναι σαφές.
Θαυμαστός Καινούριος Κόσμος του Aldous Huxley- Θέατρο Δίπυλον
Εισιτήρια εδώ