Μέτρα σε δύο “δόσεις”: Η πίεση από καύσιμα και ρεύμα

Διαβάζεται σε 8'
Μέτρα σε δύο “δόσεις”: Η πίεση από καύσιμα και ρεύμα
ISTOCK

Στις 30 Σεπτεμβρίου θα δοθεί η πρώτη εικόνα για τις παρεμβάσεις στα καύσιμα κίνησης, με ορίζοντα το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου.

Σε δύο χρονικά ορόσημα μεταφέρεται το βάρος των κυβερνητικών παρεμβάσεων στην αγορά ενέργειας, την ώρα που οι διεθνείς τιμές πετρελαίου και η στενότητα στην αγορά ντίζελ διατηρούν υψηλές τις πιέσεις στο κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Συγκεκριμένα, η πρώτη δόση των μέτρων για τα καύσιμα αναμένεται στις 30 Σεπτεμβρίου, ενώ το δεύτερο κύμα ανακοινώσεων θα έρθει στις 14 Οκτωβρίου, μία ημέρα πριν από την έναρξη διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης. Το χρονοδιάγραμμα επιβεβαίωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, στην ενημέρωση, χθες, των πολιτικών συντακτών, εξηγώντας ότι οι πρώτες παρεμβάσεις θα έχουν ορίζοντα δεκαπενθημέρου, λόγω της έντονης μεταβλητότητας στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.

Στο διάστημα που μεσολαβεί, αναμένεται να αποσαφηνιστεί και η εμπορική πολιτική των ίδιων των εταιρειών, ώστε να υπάρχει πληρέστερη εικόνα για το πραγματικό κόστος που θα αντιμετωπίσουν οι καταναλωτές. Το κυβερνητικό πλαίσιο, άλλωστε, έχει ήδη τεθεί από τον πρωθυπουργό, με τις τελικές αποφάσεις να συναρτώνται και από την πορεία των διεθνών τιμών.

Ο ΕΦΚ στο τραπέζι, αλλά με δημοσιονομικούς περιορισμούς

Ένα από τα βασικά ζητήματα που παραμένουν ανοικτά είναι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα καύσιμα. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι τάσσεται υπέρ της μείωσής του, θέτει όμως ως προϋπόθεση τη συμβατότητα οποιασδήποτε φορολογικής ελάφρυνσης με τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας.

Ο Παύλος Μαρινάκης υπογράμμισε ότι για μια τέτοια παρέμβαση απαιτούνται δύο προϋποθέσεις. Αφενός, δηλαδή, να εξασφαλιστούν οι πόροι για τη χρηματοδότησή της και αφετέρου να υπάρξει ευρωπαϊκή έγκριση για εξαίρεση από τις οροφές δαπανών. Όπως ανέφερε, ο ΕΦΚ αποφέρει περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως στα κρατικά ταμεία, γεγονός που καθιστά κρίσιμο το δημοσιονομικό κόστος μιας ενδεχόμενης μείωσης.

Έτσι, η συζήτηση για τον ΕΦΚ δεν αφορά μόνο το ύψος της ελάφρυνσης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε αυτή να χρηματοδοτηθεί χωρίς να δημιουργήσει πρόσθετη πίεση στον προϋπολογισμό.

Στην αντλία η πρώτη εικόνα

Η πίεση, πάντως, αποτυπώνεται ήδη στις τιμές των καυσίμων. Η αμόλυβδη κινείται κατά μέσο όρο στα 2,199 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης φθάνει τα 2,226 ευρώ. Το υγραέριο κίνησης βρίσκεται λίγο πάνω από το ένα ευρώ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφορετική εικόνα που καταγράφεται στις διυλιστηριακές τιμές. Στο ντίζελ καταγράφεται αποκλιμάκωση, με την τιμή να έχει υποχωρήσει περίπου κατά επτά λεπτά μέσα σε πέντε ημέρες, από τα 1,64 ευρώ στις 19 Σεπτεμβρίου στα 1,57 ευρώ. Το ζητούμενο πλέον είναι πόσο γρήγορα αυτή η υποχώρηση θα περάσει στην αντλία.

Αντίθετα, στην αμόλυβδη η εικόνα παραμένει πιο σταθερή σε υψηλά επίπεδα, ενώ για τις επόμενες ημέρες έχουν προαναγγελθεί μικρές αυξήσεις στην αμόλυβδη και στο υγραέριο κίνησης και μεγαλύτερη μείωση στο ντίζελ.

Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον και το πετρέλαιο θέρμανσης, καθώς η διάθεσή του ξεκινά στις 15 Οκτωβρίου. Οι αρχικές εκτιμήσεις είχαν φθάσει ακόμη και στα 2,05 ευρώ το λίτρο, ωστόσο με τα σημερινά δεδομένα η τιμή εκκίνησης, εφόσον η διάθεση άρχιζε τώρα, θα βρισκόταν κοντά στα 1,95 ευρώ.

Νέα άνοδος στο πετρέλαιο

Το διεθνές περιβάλλον, ωστόσο, παραμένει ιδιαίτερα ασταθές. Το Brent κινήθηκε ανοδικά την Πέμπτη, με αύξηση άνω του 3,3%, ξεπερνώντας τα 106 δολάρια το βαρέλι. Η πορεία των διεθνών τιμών, άλλωστε, αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που εξηγούν και την επιλογή της κυβέρνησης να κινηθεί σε δύο χρονικά στάδια στις ανακοινώσεις για τα καύσιμα.

Στο μεταξύ, όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στο ντίζελ, όπου η παγκόσμια αγορά εμφανίζει ενδείξεις παρατεταμένης στενότητας. Σύμφωνα με το Reuters, οι διαταραχές στην προσφορά, οι χαμηλές αποθήκες και οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν δημιουργήσει συνθήκες που είναι πιθανό να διατηρήσουν την αγορά πιεσμένη και μέσα στο 2027.

Στις ΗΠΑ, τα αποθέματα ντίζελ έχουν υποχωρήσει σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα για την εποχή, ενώ αντίστοιχες πιέσεις καταγράφονται στην Ευρώπη. Στον κόμβο Άμστερνταμ–Ρότερνταμ–Αμβέρσας τα αποθέματα παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.

Η εικόνα αυτή έχει άμεση σημασία για την Ευρώπη, καθώς η αγορά προσπαθεί να καλύψει τα κενά που έχουν δημιουργηθεί από τις διαταραχές στις ρωσικές και μεσανατολικές προμήθειες. Την ίδια ώρα, η αυξημένη παραγωγή και οι εξαγωγές από την Κίνα μπορούν να προσφέρουν κάποια ανακούφιση, χωρίς όμως να εξαλείφουν τους κινδύνους από νέες γεωπολιτικές ή παραγωγικές διαταραχές.

Το αμερικανικό μέτωπο

Στο διεθνές σκηνικό προστίθεται και η συζήτηση στις ΗΠΑ για πιθανές παρεμβάσεις στις εξαγωγές ντίζελ, με στόχο την ενίσχυση της εγχώριας προσφοράς και τον περιορισμό των πιέσεων στις αμερικανικές τιμές.

Το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης απαγόρευσης έχει διαψευστεί, πάντως, από τον Λευκό Οίκο, ενώ η συζήτηση αφορά περισσότερο το πώς θα μπορούσε να παραμείνει μεγαλύτερη ποσότητα ντίζελ στην αμερικανική αγορά χωρίς να επηρεαστεί η παραγωγή άλλων καυσίμων.

Για την Ευρώπη, ωστόσο, ακόμη και ένας περιορισμός των αμερικανικών εξαγωγών θα αποτελούσε πρόσθετη πρόκληση, καθώς η αγορά μπαίνει στον χειμώνα με περιορισμένα αποθέματα και μειωμένη διαθεσιμότητα από άλλες βασικές πηγές.

Το ζήτημα αποκτά, έτσι, μεγαλύτερη σημασία από μια απλή διακύμανση της τιμής του πετρελαίου. Η αγορά ντίζελ αντιμετωπίζει πλέον ένα πρόβλημα προσφοράς που συνδέεται με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τη λειτουργία των διυλιστηρίων και τα επίπεδα των αποθεμάτων.

Πίεση και στο ηλεκτρικό ρεύμα

Στο εσωτερικό, η ενεργειακή πίεση δεν περιορίζεται στα καύσιμα. Η χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κινείται επίσης ανοδικά, με την Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς της Αγοράς Επόμενης Ημέρας να διαμορφώνεται για την 25η Σεπτεμβρίου στα 213,62 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά περίπου 22% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα.

Η άνοδος δημιουργεί εκ νέου ερωτήματα για το κόστος που θα μετακυλιστεί στα νοικοκυριά, ιδιαίτερα μέσω των πράσινων τιμολογίων. Η κυβερνητική προσέγγιση, με τα σημερινά δεδομένα, δεν παραπέμπει σε επιστροφή στο μοντέλο των οριζόντιων επιδοτήσεων που εφαρμόστηκε κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση.

Αντίθετα, το βάρος μεταφέρεται περισσότερο στα σταθερά μπλε τιμολόγια, τα οποία αντιμετωπίζονται ως εργαλείο περιορισμού της έκθεσης των καταναλωτών στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς. Η αγορά διαθέτει πλέον περισσότερες επιλογές σταθερών προϊόντων, επιτρέποντας στον καταναλωτή να «κλειδώσει» μια τιμή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Η μεγάλη δεξαμενή των πράσινων τιμολογίων

Το πρόβλημα είναι ότι η μετάβαση από τα πράσινα στα μπλε τιμολόγια δεν έχει ολοκληρωθεί. Περισσότεροι από 3,15 εκατ. καταναλωτές εξακολουθούν να βρίσκονται στα πράσινα τιμολόγια, γεγονός που σημαίνει ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα της αγοράς παραμένει εκτεθειμένο στις μεταβολές της χονδρεμπορικής τιμής.

Το κρίσιμο ερώτημα για τον Οκτώβριο είναι επομένως πόσο από την άνοδο της χονδρεμπορικής αγοράς θα μετακυλίσουν οι προμηθευτές στους καταναλωτές και πόσο θα απορροφήσουν μέσω της εμπορικής τους πολιτικής.

Ενδεικτικά, τον Σεπτέμβριο η ΔΕΗ είχε περιορίσει σημαντικά τη μετακύλιση της ανόδου της χονδρεμπορικής αγοράς, διαμορφώνοντας το πράσινο Γ1/Γ1Ν στα 14,913 λεπτά/kWh για τις πρώτες 200 kWh, έναντι 13,84 λεπτών/kWh τον Αύγουστο.

Προς το παρόν δεν φαίνεται να προκρίνεται ένας αυτόματος «κόφτης» τιμών, δηλαδή ένας προκαθορισμένος μηχανισμός που θα ενεργοποιεί κρατική επιδότηση όταν η χονδρεμπορική ή η λιανική τιμή ξεπερνά ένα συγκεκριμένο επίπεδο. Η κυβερνητική προσέγγιση είναι ότι οι συνθήκες της αγοράς μεταβάλλονται γρήγορα και δεν επιτρέπουν εύκολα τον καθορισμό ενός σταθερού ορίου παρέμβασης.

Αυτό, πάντως, δεν αποκλείει εκ των προτέρων μια μελλοντική παρέμβαση εφόσον οι συνθήκες στην αγορά επιδεινωθούν σημαντικά, οι τιμές των σταθερών προϊόντων αυξηθούν ή περιοριστούν οι διαθέσιμες επιλογές για τους καταναλωτές.

Και το φυσικό αέριο στο μικροσκόπιο

Παράλληλα, στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας εξετάζονται σενάρια για την αγορά φυσικού αερίου ενόψει του χειμώνα. Έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ασκήσεις για διαφορετικά επίπεδα τιμών και για το πιθανό δημοσιονομικό κόστος μιας κρατικής παρέμβασης, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ληφθεί οριστική απόφαση για νέο μέτρο στήριξης.

Καθοριστικές θα είναι η πορεία των διεθνών τιμών του φυσικού αερίου και η διάρκεια των πιέσεων στην αγορά, αλλά και το δημοσιονομικό αποτύπωμα που θα είχε οποιαδήποτε νέα επιδότηση.

Η αγορά

Πάντως  ο επικεφαλής της AKTOR, Αλέξανδρος Εξάρχου, μετά την παρουσίαση των οικονομικών αποτελεσμάτων του πρώτου εξαμήνου στους αναλυτές,  προέβλεψε ότι η τιμή του φυσικού αερίου στο ολλανδικό hub TTF θα ξεπεράσει τα 85 ευρώ/MWh, εκτιμώντας παράλληλα ότι ο φετινός χειμώνας θα είναι εξαιρετικά δύσκολος όσον αφορά την εξέλιξη των τιμών τόσο του φυσικού αερίου όσο και του ηλεκτρισμού. «Εύχομαι και ελπίζω. Ο Θεός είναι μεγάλος», είπε χαρακτηριστικά.

Σε ό,τι αφορά την εγχώρια αγορά, υποστήριξε ότι η μόνη λύση για τους καταναλωτές είναι το σταθερό τιμολόγιο της ΔΕΗ, εκτιμώντας ωστόσο ότι κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους των καταναλωτών στην επιχείρηση και να προκαλέσει οικονομικό αδιέξοδο στους υπόλοιπους προμηθευτές. «Η τύχη των προμηθευτών θα εξαρτηθεί από το σταθερό τιμολόγιο της ΔΕΗ. Αν το κόστος του ηλεκτρισμού αυξηθεί, δεν ξέρω ποιος από τους υφιστάμενους παρόχους θα συνεχίσει να υπάρχει», ανέφερε.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα