Δημήτρης Μπίτος: “Πώς αφήνουμε τη βία να υπάρχει; Γιατί δεν τη σταματάμε;”
Διαβάζεται σε 11'
Ένας άνδρας επιστρέφει από τη φυλακή και αναζητά απαντήσεις για τη νύχτα που έκανε φόνο. Ο Δημήτρης Μπίτος ανεβάζει τον «Φονιά» του Μήτσου Ευθυμιάδη στο ΠΛΥΦΑ και μιλά στο NEWS 24/7 για τη βία και τους ιψενικούς χαρακτήρες του έργου.
- 29 Οκτωβρίου 2026 06:18
Ο Σάββας βγαίνει από τη φυλακή έπειτα από δώδεκα χρόνια και επιστρέφει στο σπίτι όπου ζουν η αδελφή του και ο γαμπρός του. Θέλει να μάθει τι συνέβη τη νύχτα που έγινε φονιάς και υποψιάζεται πως κάποιος δικός του τον κάρφωσε. Μαζί του φτάνει και ο Ταρζάν, ένας πρώην συγκρατούμενός του, που ξέρει πώς να ρίχνει λάδι στη φωτιά.
Αυτή είναι η αφετηρία του «Φονιά» του Μήτσου Ευθυμιάδη, που ανεβάζει ο Δημήτρης Μπίτος από τις 13 Νοεμβρίου στο Θέατρο ΠΛΥΦΑ. Ο σκηνοθέτης στήνει αυτή τη συνάντηση σε πραγματικό χρόνο. Μέσα σε ενενήντα λεπτά οι τέσσερις ήρωες μαγειρεύουν, τρώνε και αναμετριούνται με όσα γνωρίζουν και όσα κουβαλούν. Τους υποδύονται ο Τάσος Σωτηράκης, ο Πανάγος Ιωακείμ, ο Βασίλης Κανελλόπουλος και η Νικολέττα Κοτσαηλίδου. Η πρώτη γεύση που πήραμε από το τρέιλερ προμηνύει μια σκληρή παράσταση, με τους ήρωες να συγκρούονται και τις εντάσεις να κλιμακώνονται. Μια ιστορία που θα μπορούσε να συμβεί σε κάθε εποχή. Θα μπορούσε να συμβεί σήμερα.
Ο «Φονιάς» του Μήτσου Ευθυμιάδη παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1981 από τη Θεατρική Σκηνή του Αντώνη Αντωνίου και παρέμεινε στο ρεπερτόριό της και την επόμενη χρονιά. Το 1991 το έργο έφτασε και στους τηλεοπτικούς δέκτες, μέσα από το «Θέατρο της Δευτέρας» της ΕΡΤ, σε θεατρική σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου, με τον Αντώνη Αντωνίου, τον Θέμη Μάνεση, τον Ντίνο Λύρα και τη Χριστίνα Σιμοπούλου. Ο Μήτσος Ευθυμιάδης είχε εμφανιστεί στο θέατρο λίγα χρόνια πριν από τον «Φονιά», με τους «Προστάτες», που ανέβασε ο Κάρολος Κουν το 1975. Ανάμεσα στα έργα του είναι και ο «Φώντας», που παρουσιάστηκε στη Στοά του Θανάση Παπαγεωργίου.
Στη συζήτησή μας, ο Δημήτρης Μπίτος μιλά για τους χαρακτήρες του έργου και για τα ερωτήματα που θέτει η παράσταση γύρω από τη βία. Μας εξηγεί πώς δουλεύει με τους ηθοποιούς στις πρόβες, ώστε ό,τι συμβαίνει στη σκηνή να προκύπτει «όχι τεχνητά, αλλά έντεχνα». Και φυσικά η ένταση πρέπει να περνάει αληθινά στον θεατή και οι χαρακτήρες να παίζουν σχεδόν… τον εαυτό τους.
Πώς επιλέξατε τον «Φονιά» και ποιες ποιότητες βρήκατε στο έργο; Πότε ήρθατε σε πρώτη επαφή με το κείμενο;
Ο «Φονιάς» του Μήτσου Ευθυμιάδη γράφτηκε, αν δεν κάνω λάθος, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές της δεκαετίας του ’80. Διαβάζοντάς τον, καταλαβαίνεις αμέσως ότι ο Ευθυμιάδης φτιάχνει ατόφιους, καθαρούς χαρακτήρες, ιψενικών προδιαγραφών.
Αυτό που μου άρεσε είναι ότι το έργο θίγει τα ζητήματα μιας οικογένειας όχι απαραίτητα ελληνικής και οι χαρακτήρες δεν έχουν ψεγάδια επάνω τους. Θίγουν ζητήματα της ελληνικής οικογένειας και γενικότερα της ελληνικής κοινωνίας, αλλά ξεφεύγει από την ελληνικότητα και γίνεται σχεδόν οικουμενικό. Είναι από τα λίγα σύγχρονα ελληνικά έργα που έχουν τέτοια γραφή, τέτοια δομή και τέτοιο ρυθμό. Αυτό ήταν το πρώτο που με έκανε να θέλω να ασχοληθώ μαζί του.
Το δεύτερο ήταν η ομάδα, οι άνθρωποι που επέλεξα για να πλαισιώσουν το έργο. Θαρρώ πως είναι οι πλέον κατάλληλοι για αυτούς τους ρόλους. Αυτά τα δύο μαζί με έκαναν να θέλω να ασχοληθώ με το έργο.
Μας σκιαγραφείτε τους ήρωες και τις σκηνοθετικές σκέψεις σας πάνω σε αυτούς;
Οι ήρωες είναι ο Σάββας, τον οποίο υποδύεται ο Τάσος Σωτηράκης, ο Ταρζάν, τον οποίο υποδύεται ο Πανάγος Ιωακείμ, ο Γιάννης, στον ρόλο του οποίου είναι ο Βασίλης Κανελλόπουλος, και η Μαρία, την οποία υποδύεται η Νικολέττα Κοτσαηλίδου.
Ο Σάββας είναι ο φονιάς που λέμε. Αποφυλακίζεται μετά από δώδεκα χρόνια και επιστρέφει στο σπίτι της μάνας του, όπου ζει η αδελφή του με τον γαμπρό του, τον Γιάννη. Έξω από τη φυλακή τον περιμένει ο Ταρζάν. Ο Ταρζάν είναι συγκρατούμενος του Σάββα, φυλακόβιος, και κουβαλιέται μαζί του στο σπίτι. Εκεί ξεκινάει μια περίεργη ιστορία, με αφετηρία τον Ταρζάν και μια αγωνία του Σάββα να μάθει τι έγινε εκείνη τη νύχτα που έγινε φονιάς. Έχει υποψίες ότι τον κάρφωσε κάποιος δικός του. Εκεί μέσα γίνονται πάρα πολλά, μέσα σε μιάμιση ώρα.
Αυτό που με απασχολεί και με απασχόλησε στην παράσταση είναι να φτιάξω έναν κόσμο, τον κόσμο αυτής της μιάμισης ώρας. Ό,τι συμβαίνει στην παράσταση εκτυλίσσεται σε κανονικό, φυσικό χρόνο, που είναι μιάμιση ώρα. Σε αυτόν τον χρόνο αποκαλύπτονται πολλά, γίνονται πολλά. Τρώνε πραγματικά, μαγειρεύουν πραγματικά και γίνεται ένας χαμός όσο περνάει η ώρα.
Η σκηνοθεσία ακουμπάει τα όρια του ρεαλισμού. Έχω εμβαθύνει περισσότερο, χωρίς να έχω πειράξει το κείμενο, στις σχέσεις αυτών των ανθρώπων, αλλά και στους χαρακτήρες. Και μέσα από αυτό το φόκους επάνω τους έχουν προκύψει κάποιες σκηνές που τις έχω φτάσει κάπου παραπέρα.
Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας που ξεχωρίζει, είτε επειδή είναι πιο δύσκολος είτε επειδή είναι πιο σύνθετος;
Είναι ο Ταρζάν. Είναι αυτός ο οδηγός της παράστασης, που λέω εγώ, με την έννοια ότι αυτός καθορίζει τις εντάσεις. Αυτός θίγει τα θέματα και κάνει τον Σάββα, τον φονιά, να εξάπτεται, να θέλει να ανακαλύψει πράγματα.
Βασικά, όλοι οι ήρωες έχουν πάνω τους κάτι που εκείνη τη μέρα, εκείνη τη νύχτα είναι ιδιαίτερο, αλλά θεωρώ ότι ο Ταρζάν, τον οποίο υποδύεται ο Πανάγος Ιωακείμ, είναι ο πιο δύσκολος και πιο πολύπλοκος ρόλος σε αυτή την παράσταση. Φυσικά, ο φονιάς, τον οποίο παίζει ο Τάσος Σωτηράκης, είναι, κατά τη γνώμη μου, ένας ρόλος κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του. Σε πάω πάλι στην αρχή, όπως σου είπα θέλησα να ασχοληθώ με αυτό το κείμενο γιατί βρήκα τους ηθοποιούς που θεωρώ ότι ταιριάζουν απόλυτα στους ρόλους.
Διάβασα σε κάποια παλιότερη συνέντευξή σας, νομίζω για το «Γεύμα», για τη σιωπή απέναντι στη βία. Σας απασχολεί αυτή η θεματική, η αδράνεια των ανθρώπων απέναντι στη βαρβαρότητα, η αποφυγή της ευθύνης; Επιστρέφει σε αυτή την παράσταση;
Ναι, φυσικά υπάρχει. Είναι μια σκληρή παράσταση που θίγει πάρα πολύ έντονα το θέμα της βίας. Γιατί φτάνει ο άνθρωπος εκεί πέρα; Ποια είναι τα όριά του και ποιος τον προκαλεί και τον παρακινεί; Το ζητούμενο είναι πώς κυριαρχεί η βία, άθελά μας, γύρω μας, μέσα μας. Πώς την αφήνουμε να υπάρχει; Γιατί δεν τη σταματάμε; Όλα αυτά είναι ζητήματα πέρα από το θέατρο, που θίγονται και στην παράσταση.
Το θέατρο είναι πολιτική πράξη;
Ναι, φυσικά. Πολιτική πράξη είναι θέλοντας και μη, από τη στιγμή που δημιουργείς μια κοινότητα ανθρώπων που θα έρθει να παρακολουθήσει την παράσταση, αυτό από μόνο του γίνεται μια πολιτική πράξη. Οποιαδήποτε κοινότητα κι αν δημιουργήσει κάποιος άνθρωπος ή κάποιοι άνθρωποι, αυτό αμέσως την καθιστά πολιτική πράξη. Αλλά είναι και λίγο παρεξηγημένη αυτή η έννοια στην τέχνη και στο θέατρο γενικότερα.
Δεν υπάρχει πολιτικό θέατρο και μη πολιτικό θέατρο. Υπάρχει το θέατρο το οποίο το χειρίζεσαι, το χρησιμοποιείς όπως θέλεις για να πεις αυτά που θέλεις και από μόνες τους οι παραστάσεις – από μόνες τους οι ενέργειες – συνιστούν μια πολιτική πράξη. Σε οποιοδήποτε έργο, δεν έχει να κάνει με το κείμενο και την προσέγγιση του σκηνοθέτη. Είναι μια κοινότητα στην οποία συμβάλλουν άνθρωποι και συμμετέχουν.
Λέτε ότι δουλεύετε στις πρόβες την αφύπνιση του υποσυνείδητου. Μπορείτε να μου το εξηγήσετε; Έγινε κάτι πιο ιδιαίτερο στον «Φονιά»;
Στη δουλειά που κάνω ως σκηνοθέτης θέλω οι ηθοποιοί να λειτουργούν όχι συνειδητά, αλλά υποσυνείδητα. Τι σημαίνει αυτό; Να βγάζουν το τεχνητό από πάνω τους. Οτιδήποτε προκύπτει εκείνη τη στιγμή να προκύπτει όχι τεχνητά, αλλά έντεχνα. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να μπει σε λειτουργία μια ανθρώπινη κίνηση και αυτό γίνεται μόνο με το υποσυνείδητο. Και γίνεται μόνο πάνω στη σκηνή, εκείνη την ώρα, εκείνη τη στιγμή.
Αυτό που προσπαθώ να κάνω στις πρόβες με τους ηθοποιούς είναι να απαιτώ ό,τι γίνεται αμέσως μετά να πεθαίνει και να ξαναγεννιέται κάτι καινούργιο. Δηλαδή, ό,τι βγαίνει από τη μήτρα, μετά από δευτερόλεπτα να πεθαίνει και να ξαναγεννιέται, και να ξαναγεννιέται. Αυτό είναι πολύ δύσκολο στην τέχνη της υποκριτικής. Αλλά αυτό μου αρέσει, αυτό προσπαθώ να κάνω χρόνια τώρα που ασχολούμαι με το θέατρο.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο ατού στο να είσαι σκηνοθέτης μιας παράστασης, αντί για δημιουργός του κειμένου ή ηθοποιός; Τι δίνει η σκηνοθεσία, σε επίπεδο αδρεναλίνης και δημιουργικότητας;
Είναι τελείως διαφορετικά πράγματα. Εγώ κάνω και σινεμά, έχω σκηνοθετήσει τέσσερις ταινίες – μία μεγάλου μήκους, μία μεσαίου μήκους και δύο μικρού μήκους, σε φιλμ. Η μεγάλου μήκους, ο «Ανεμιστήρας», ταξίδεψε σε αρκετά φεστιβάλ του εξωτερικού. Το θέατρο είναι μια άλλη ιστορία για τον σκηνοθέτη, το σινεμά είναι άλλη ιστορία.
Αν με ρωτήσεις τι θα μου άρεσε να σκηνοθετώ, θέατρο ή σινεμά, θα σου έλεγα σινεμά. Γιατί εκεί μπορείς να πάρεις τον χρόνο και να τον τοποθετήσεις σε όποιον δικό σου… χρόνο θέλεις. Μπορείς ακόμη και να τον σταματήσεις, όχι με μοντάζ, μιλάω σεναριακά και σκηνοθετικά. Στο θέατρο δεν υπάρχει αυτό. Ο χρόνος είναι ο ίδιος για όλους, για τους ηθοποιούς, τους θεατές, τον σκηνοθέτη.
Αυτό που μου αρέσει όταν σκηνοθετώ είναι να παίρνω κάτι και να το πηγαίνω κάπου που δεν το φανταζόμουν όταν το διάβαζα για πρώτη φορά. Όταν αυτό ξεκλειδώσει μέσα μου και μπορώ να το ξαναδιαβάσω και να πω «ναι, μπορώ να το πάω εκεί», τότε μου αρέσει να κάνω αυτή τη δουλειά. Και ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης.
Ως ηθοποιός δεν ασχολούμαι πολύ με αυτές τις παραμέτρους, αλλά ως σκηνοθέτης ενδιαφέρομαι. Να πάρω ένα έργο, να το διαβάσω και, τη δεύτερη φορά που θα το διαβάσω, να βρω κάτι που δεν είναι αυτονόητο. Αν δεν το βρω, δεν θα ασχοληθώ.
Στην ερώτηση θέατρο ή κινηματογράφος πάμε πιο πολύ στο δεύτερο;
Θεωρώ τον εαυτό μου περισσότερο κινηματογραφιστή. Παρόλο που δεν μπορώ να ζήσω χωρίς το θέατρο – δεν θέλω να το χάσω. Αν είχα τη δυνατότητα να κάνω σινεμά όπως θέλω, θα ήμουν χαρούμενος. Και ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης. Με απασχολεί πολύ το σινεμά, γιατί είναι μια πιο σύνθετη τέχνη. Το θέατρο είναι πολύ πιο αυστηρό ως προς τις προθέσεις του.
Μετά τον «Φονιά», τι ακολουθεί;
Δεν είμαι ένας άνθρωπος που αποφασίζει για το μέλλον. Πατάω στο εδώ και το τώρα. Δεν κάνω όνειρα, κάνω σχέδια μόνο αν κάτι πρέπει να προγραμματιστεί και συντρέχει λόγος. Γενικότερα, δεν με απασχολεί το μετέπειτα. Όλη η ενέργειά μου είναι στο σήμερα.
Πληροφορίες παράστασης
«Ο Φονιάς» του Μήτσου Ευθυμιάδη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μπίτου.
Παίζουν οι Τάσος Σωτηράκης, Πανάγος Ιωακείμ, Βασίλης Κανελλόπουλος και Νικολέττα Κοτσαηλίδου.
Από τις 13 Νοεμβρίου, στο Θέατρο ΠΛΥΦΑ, Κορυτσάς 39, Βοτανικός.
Τηλέφωνο: 210 3473642. Προπώληση εισιτηρίων στο ticketservices.gr/event/plyfa-fonias