ΙΣΤΟΡΙΑ

Ένας σλάβος οπλαρχηγός στην υπηρεσία της Υψηλής Πύλης, της Ελληνικής Επανάστασης και του Βασιλείου της Ελλάδας

O Βάσος Μαυροβουνιώτης.
O Βάσος Μαυροβουνιώτης. FLICKR

Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης ξεπήδησε μέσα από τον Αγώνα και που δίχως να ανήκει στα παλιά αρματολικά τζάκια αναρ­ριχήθηκε ενερ­γώντας με επιδεξιότητα, τόλμη και σύνεση.

Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης (Vasa Brajević) /Васо Брајевић) υπήρξε μία από τις πλέον χαρα­κτηριστικές μορφές της περιόδου που έζησε. Ο φυγάδας του Μαυροβουνίου, και στη συνέχεια επιστάτης οθωνανού τσσιφλικά και ληστής στην επαρχία Αϊδινίου, τρόφιμος των φυλακών της Αθήνας και μπαϊρακτάρης στο στρατό της Υψηλής Πύλης, κατόρθωσε να εγκλιματιστεί με τον καλύτερο τρόπο στην χώρα που επέλεξε ως νέα πατρίδα του και να καταστεί ηγετική στρατιωτική και πολιτική φυσιο­γνωμία τόσο στα χρόνια του Αγώνα όσο και κατά την πρώτη περίοδο της ίδρυσης του Ελληνικού Βασιλείου.

Μαζί με το μπράτιμό του Νικόλαο Κριεζώτη ήταν οι ισχυρότεροι στρατιωτικοί (αλλά και εξω­θεσμικοί πολιτικοί) παράγοντες, ως επι­κεφαλής ενός πολύκλαδου και πολυάριθμου πελατειακού συστήματος που εκ­τεινόταν οριζόντια και κάθετα στην ευρύτερη περιοχή της ανα­το­λικής Στερεάς. Ο Βάσος ανήκει σε εκείνη την ολιγάριθμη ομάδα επαγ­γελματιών ενόπλων που ξεπήδησε μέσα από τον Αγώνα και που δίχως να ανήκει στα παλιά αρματολικά τζάκια αναρ­ριχήθηκε ενερ­γώντας με επιδεξιότητα, τόλμη και σύνεση προσφέ­ροντας τις υπη­ρεσίες του στη νεοσύστατη επαναστατική ελληνική διοίκηση και, στη συνέχεια, στο νεότευκτο ελληνικό βασίλειο.

Από το Μαυροβούνιο στην Ελλάδα

Γεννήθηκε το 1797 στην επαρ­χία Μπιε­λο­παβλίτσι της περιοχής Μπρντα (Υψίπεδα) στο σημερινό ανατολικό Μαυ­ροβούνιο. Το 1817 εγκατέλειψε τη γενέτειρά του μαζί με μέλη της οικογένειας του προς αναζήτηση καλύτερη τύχης, σε μία περίοδο που ο λιμός αλλά και η αδυναμία του βλαδίκα Πέταρ Α’ να επιβάλει την τάξη είχε ως συνέπεια την έξαρση των συγκρούσεων μεταξύ των διάφορων φυλών και πατριών στην ευρύτερη περιοχή.

Το ίδιο έτος έφτασε στη Σμύρνη, σημαντικό λιμάνι και εμπορικό κέντρο του εγιαλετιού του Αϊδινίου. Η περιοχή αποτελούσε, από τα τέλη του 18ου αιώνα, ελκυ­στικό προορισμό χριστιανών προσφύγων από πολλές βαλκανικές οθωμανικές επαρχίες, λόγω της ανεκτικής στά­σης της ισχυρής οικογένειας αγιάνηδων Καρα­οσμάνογλου. Μέλη της οικογένειας που ήλεγχε κληρονομικά το εγιαλέτι, είχαν στην κατοχή τους τεράστιες γαίες, ενώ είχαν αυξήσει περαι­τέρω τον πλούτο τους ως φοροσυλλέκτες και μέσω ποικίλων οικονομικών δραστηριο­τήτων.

Στο Αϊδίνι ο Βάσος γνωρίστηκε με τον ευβοιώτη Νικόλα Κριεζώτη, μετέπειτα στρατηγό του Αγώνα, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την ιδιαίτερη πατρίδα του σε ηλικία 18 ετών, το 1803, και εργαζόταν «ως κεχαγιάς ήτοι διευθυντής μεγάλου ποιμνίου” των Καραοσμάνογλου. Ο μαυροβούνιος πρόσφυγας προσλήφτηκε, με μεσολάβηση του Κριε­ζώτη, σε ανάλογη υπηρεσία, και στο αμέσως επόμενο διάστημα οι δύο άνδρες συνδέθηκαν στενά με όρκους αδελφοποιίας –μία σχέση που διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους.

Το 1820, ο Βάσος εγκατέλειψε την επαρχία Αϊδινίου και πήγε στην Αθήνα. Ο Αθανάσιος Ν. Χρυσολόγης, συγγραφέας μίας σύντομης βιογραφίας του Βάσου, σημει­ώνει ότι ο λόγος ανα­χώ­ρησής του ήταν η επιθυμία του να συμ­μετάσχει στην επικείμενη Ελληνική Επα­νά­σταση. Ωστόσο, η αναφορά του John Antony Petro­pulos, ενός ιδιαί­τερα αξιόπιστου ιστορικού, ότι ο Βάσος ξεκίνησε τη σταδιο­δρομία του ως ληστής στη Μικρά Ασία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στην Αθήνα φυ­λακίστηκε, μετά από μήνυση Μου­σουλμάνου της Σμύρνης, για κλοπή που διέπραξε εκεί, συνηγορούν ότι η πιθανή αιτία της ανα­χώ­ρησής του ήταν η αποφυγή συνεπειών από έκνομη πράξη.

Εκείνο το διάστημα εκδηλώθηκε και η αποστασία του Αλή Πασά Τεπελενλή των Ιωαννίνων, γεγονός που προκάλεσε την άμεση αντί­δραση της Υψηλής Πύλης η οποία διέταξε τη συγκέντρωση στρατευμάτων για την αντιμετώπιση του αλβανού τοπάρχη. Η στρα­τολόγηση ενόπλων από τις επαρχίες της Ανατολικής Στερεάς ανα­τέθηκε στον διοικητή (μουτεσελίμη) των Αθηνών Πεχλιβάν Μπαμπά Πασά, έναν εξισλαμισμένο Χριστιανό βουλγαρικής καταγωγής με ευ­δόκιμη προϋπηρεσία στην καταστολή χριστιανικών εξεγέρσεων στην Μακεδονία. Ο Πεχ­λι­βάν Πασάς, έδωσε εντολή στους πρό­κριτους της πόλης να συγκεν­τρώσουνν 120 άνδρες για το στρατό του. Ο Βάσος εκμε­ταλ­λεύτηκε την ευκαιρία και αντάλ­λαξε την ποινή φυλά­κι­σης με την ένταξή του στο στράτευμα του Πεχλιβάν Πασά, με το βαθμό του σημαιοφόρου (μπαϊρα­κτάρη) –κάτι που υποδηλώνει εξοικείωση με τα όπλα και υποστηρίζει έμμεσα την πληρο­φορία του Petropulos για ένοπλη λησ­τρική δραστη­ριό­τητα του Βά­σου κατά την περίοδο της παραμονής του στη Μικρά Ασία. Επι­πλέον, η ένταξή του στον οθω­μανικό στρα­τό αποδυνα­μώνει περαι­τέρω την άποψη που ισχυρίζεται ότι ο Βά­σος επέστρεψε από την Μικρά Ασία για να συμ­μετάσχει στην επι­κείμενη επα­νά­σταση.

Πάντως, η θητεία του στον οθωμανικό στρατό, για την οποία δεν υπάρχει καμία πληροφορία, υπήρξε σύντομη. Δεν γνωρίζουμε αν συμμετείχε σε μάχες εναντίον των δυ­νάμεων των Αληπασαλήδων, ούτε αν έφτασε μέχρι τα Ιωάν­νι­να. Το σίγουρο είναι ότι κά­ποια στιγμή, άγνωστο για ποιους λόγους ή κάτω από ποιες συνθήκες, εγκατέλειψε το στρά­τευμα, αφού το κα­λο­καίρι του 1821 και ενώ οι επι­χειρήσεις των δυ­νάμεων της Υψηλής Πύλης κατά του Τεπελενλή βρίσ­κο­νταν σε πλήρη εξέλιξη, ο Βάσος εμφα­νίζεται στην Εύβοια όπου συμμετέχει στις στρα­­­τιωτικές συγ­κρού­σεις της περιοχής μέσα από τις γραμμές των επα­να­στατών, επι­κεφαλής μικρής ένοπλης ομάδας σκλαβούνων ενόπλων.

Με την εκδήλωση της Επανάστασης, ο Βάσος συμμετείχε πρωτα­γωνιστικά στον Αγώνα παίρνοντας μέρος ως καπετάνιος σε 36 συ­νολικά μάχες και εκστρατείες κατορθώνοντας να ανέλθει στην ανώτατη βαθμίδα της επαναστατικής στρατιωτικής ιεραρχίας (πεντα­κοσίαρχος (1822), χιλίαρχος (1822), στρατηγός (1824).

Στις εμφύλιες συρράξεις της περιόδου συμπαρατάχθηκε με τους Κυβερνητικούς της φατρίας Κουντουριώτη, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των ετεροχθόνων οπλαρχηγών. Πολιτικά ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό Κόμμα του Ιωάννη Κωλέττη, δια­τηρώντας όμως μία ανεξαρτησία κινήσεων. Μαζί με τον στρατηγό Νικόλαο Κριεζιώτη και τους πολιτικούς Δρόσο Μανσόλα και Αδάμ Δού­κα, είχαν συγκροτήσει ιδιαίτερη στρατιωτικοπολιτική ομάδα εντός του Γαλλικού Κόμματος, η οποία ηγεμόνευε από το 1826 και μετά στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Στερεάς.

Ένας μυθιστορηματικός γάμος

Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης παντρεύτηκε την Ελέγκω, το γένος Ιωαννίτη, τέως σύζυγο του πρόκριτου της Κέας, Μιχαήλ Τζωρτζή Πάγκαλου, με μυθιστορηματικό τρόπο, Τα πλοία που μετέφεραν τα σώματα των Ελλήνων στη διάρκεια μίας πειρατικής επιδρομής στις ακτές του Λιβάνου και της Κύπρου μαζί με τον Νικόλαο Κριεζώτη και τον Χατζημιχάλη–Νταλιάνη. Τα πλοία με τα σώματα των τριών οπλαρχηγών ελλιμενίστηκαν στην Κέα και οι αρχηγοί προσκαλέστηκαν στο σπίτι του Πάγκαλου. Εκεί ο Βάσος γνώρισε την δεκαεπτάχρονη έγκυο τότε Ελέγκω, την απήγαγε με τη θέλησή της, την εγκατέστησε στον πύργο του φίλου του οπλαρχηγού Γιαννούλη Δημητρίου στην Ανδρο και την παντρεύτηκε όταν επέστρεψε από το Λίβανο και την Κύπρο. Με την Ελέγκω, μία εγγράμματη γυναίκα, με φιλελεύθερες απόψεις, και με ασυνήθιστα φυσικά και πνευματικά χαρίσματα απέ­κτησε τέσσερα αγόρια: τον στρατηγό Αλέξανδρο Βάσσο (1831–1913), τον γνω­στότερο στρατηγό Τιμολέοντα Βάσσο (1836–1829), διοικητή του εκστρατευτικού σώματος στην Κρήτη το 1897, τον Κωνσταντίνο που πέθανε σε νηπιακή ηλικία (1832–1836) και τον Γεώργιο (1833–<;>) που και αυτός πέθανε σε μικρή ηλικία. Επίσης, είχε αναλάβει την κηδεμονία της Ροδόεσσας (1826–<;>), κόρης της Ελέγκως από τον πρώτο της γάμο. Ο γάμος τους διαλύθηκε το 1839 με υπαιτιότητα της Ελέγκως. Ο Βάσος παντρεύτηκε για δεύτερη φορά την υδραία Μπίλιω, το γένος Ν. Οικονόμου, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Πέτρα.

Αντικαποδιστριακός και Οθωνιστής

Κατά την καποδιστριακή περίοδο ο Μαυροβουνιώτης κατόρθωσε -παρά την έντονη αντίδραση πολιτικών και στρατιωτικών αντιπάλων του, να ενταχθεί στους νέους ημιτακτικούς στρατιωτικούς σχημα­τι­σμούς των Χιλιαρχιών αναλαμβάνοντας τη διοίκηση της Στ' Χιλιαρχίας και στη συνέχεια στο Ταξιαρχικό Σώμα, αρνούμενος την ένταξή του στον επόμενο Στρατιωτικό Διοργανισμό των Ελαφρών Ταγμάτων. Ως επικεφαλής Χιλιαρχίας πρωταγωνίστησε στις επιχειρήσεις για την ανακατάληψη της Ανατολικής Στερεάς και διακρίθηκε ιδιαίτερα στην κρίσιμη για την πορεία της εκστρατείας μάχη του Μαρτίνου (29 Ιανου­αρίου 1829). Πολιτικά, τον πρώτο χρόνο (1828) κράτησε, αρχικά, φιλική στάση απέναντι στο καθεστώς. Στη συνέχεια, όμως, αντιτάχθηκε στις αλλαγές που ήθελε να επιβάλει ο κυβερ­νήτης μέσω του αδελφού του πληρεξουσίου της Στερεάς Ελλάδος Αυγουστίνου Καπο­δίστρια (Ιανουάριος 1829) και πέρασε στη συστημική αντι­πολίτευση. Όμως, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμ­βρίου 1831) εκδηλώθηκε ανοιχτά κατά του κυβερνητικού μετώπου και πρωταγωνίστησε ως στρατιωτικός ηγέτης των Συνταγματικών στις επακόλουθες εμφύλιες συγκρούσεις μέχρι την άφιξη του βασιλιά Όθωνα.

Τα οθωνικά χρόνια –μία εξαιρετικά δύσκολη περίοδος για τους περισσότερους από τους άτακτους πολεμιστές του Αγώνα– υπήρξαν γενναιόδωρα και ιδιαιτέρως ευνοϊκά για το μαυροβούνιο στρατιωτικό.

Ο Βάσος υπήρξε ένας από τους σχετικά λίγους άτακτους που επέτυχαν να ενταχθούν στους νέους σχηματισμούς του βασιλικού στρατού, θέτοντας έτσι τις βάσεις μίας νέας, και εκ νέου επιτυχημένης, σταδιοδρομίας. Το 1833 διορίστηκε μέλος της «εξεταστικής επ­ιτροπής εκδουλεύσεων και διαγωγής των ατάκτων σωμάτων» (μία θέση που ενίσχυσε το κύρος του αφού του έδωσε τη δυνατότητα εξυ­πηρέτησης των πελατών του) και τον επόμενο χρόνο (1834) τοπο­θετήθηκε συνταγματάρχης-επιθεωρητής Αττικής και Βοιωτίας, Το 1836 ανέλαβε καθήκοντα αρχηγού του Σώματος Ορο­φυλακής Φθι­ώτιδας και το 1843 προβιβάστηκε σε υποστράτηγο και τοπο­θετήθηκε Αρχηγός Ορο­φυλακής της Λοκρίδας.

Με την ιδιότητα του αρχηγού της Οροφυλακής δραστηριοποιήθηκε με επιτυχία στην καταδίωξη των ληστών που ενδημούσε στην ελληνο-οθωμανική μεθόριο, στην ευταξία της περιοχής και στη φύλαξη των συ­νόρων. Τέλος, το 1846 διορίστηκε γενικός διοικητής του Σώματος της Οροφυλακής και βασιλικός υπασ­πιστής. Πολιτικά, υπήρξε πιστός Οθωνιστής και διατηρούσε στενές σχέσεις με το Παλάτι. Δεν συμμετείχε στη συνωμοσία που κατέληξε στην Επα­νάσταση της Γ' Σεπτεμβρίου και αρχικά αρνήθηκε να δώσει όρκο πίστης στο νέο καθεστώς. Μάλιστα ετοιμαζόταν να μετα­­κινήσει τα τάγματά του στην πρωτεύ­ουσα για να υπερασπισθεί τον Όθωνα και μεταπείστηκε μόνον μετά από προσωπική εντολή του βασιλιά· και βεβαίως αφού έλαβε τις απα­ραίτητες εγγυήσεις από τους Σεπτεμ­βριστές για τη διασφάλιση της θέσης του στο στράτευμα.

Πέθανε στις 9 Ιουνίου 1847, σε ηλικία 50 ετών από οξεία πνευμονία. Η βασίλισσα Αμαλία συντετριμμένη έγραφε στον πατέρα της: «Ο καημένος ο Βάσσος πέθανε. Πραγματικά μεγάλη απώλεια για μας. Πιστός, γενναίος, αφοσιωμένος. Το έμβλημά του ήταν “Ο Θεός και ο Βασιλιάς.” [...] Δεν έχω ξαναδεί τέτοια κηδεία, χιλιάδες τον ακολούθησαν. Οι παλαιοί στρατιωτικοί ήταν όλοι βαθιά συγκινημένοι. Ο Κωλέττης έκλαψε, λένε, σαν παιδί».

Στέφανος Παπαγεωργίου είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Ιστορία, 1821, Πάντειο
SHARE: