Ρέα Γαλανάκη: “Σπάνια υπάρχει ενηλικίωση χωρίς τη συμβολική πατροκτονία”
ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ
ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ρέα Γαλανάκη: “Σπάνια υπάρχει ενηλικίωση χωρίς τη συμβολική πατροκτονία”

Η καταξιωμένη συγγραφέας μιλάει στο Magazine με αφορμή το νέο της λογοτεχνικό πόνημα, «Εμμανουήλ και Αικατερίνη - Τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια». Ένα βιβλίο που δεν είναι μια απλή μυθιστορηματική αναζήτηση των γονιών της πριν από το γάμο τους, αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ. Είναι η ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης.

Κι ας έχει μέχρι σήμερα τιμηθεί δύο φορές με Κρατικό Βραβείο - Μυθιστορήματος το 1999 και Διηγήματος το 2005. Κι ας έχουν τα βιβλία της διακριθεί διεθνώς - μεταξύ άλλων το μυθιστόρημα «Η Άκρα Ταπείνωση» απέσπασε το Balkanika Literary Award, ενώ το «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ» είναι το πρώτο ελληνικό που εντάχθηκε στην UNESCO Collection of Representative Works. «Όχι, η παρουσία μου επί 47 χρόνια στα γράμματα, δεν μου έχει προσφέρει καμιά ψυχραιμία, ίσως μόνο μια κάποια γνώση των κανόνων, γι’ αυτό και κάθε φορά αγωνιώ πολύ για την αποδοχή κάθε καινούριου μου έργου» λέει στο Magazine η Ρέα Γαλανάκη.

Ίσως μάλιστα η αγωνία της καταξιωμένης συγγραφέως τώρα που κυκλοφορεί το νέο της βιβλίο -«Εμμανουήλ και Αικατερίνη - Τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια» (εκδ. Καστανιώτη)- να είναι, παρά την πολυδεκαετή της εμπειρία, μεγαλύτερη από ποτέ, ακριβώς γιατί πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που «ζητούσε περισσότερο πείσμα και πειθαρχία από τη μεριά μου, αλλά και πολύ περισσότερο θάρρος αφού θα μιλούσα πρώτη φορά για την ίδια μου τη ζωή μέσα από τη σκηνοθεσία της λογοτεχνίας».

Ένα μυθιστόρημα στο οποίο αναζητά ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς της («όπως συνήθως είναι οι γονείς»), Εμμανουήλ Γαλανάκης και Αικατερίνη Παπαματθαιάκη, αμφότεροι γιατροί και επιφανείς προσωπικότητες του Ηρακλείου. Τι τους διαμόρφωσε πριν η ζωή τα φέρει έτσι ώστε να γνωριστούν και κατόπιν να παντρευτούν, πριν η συγγραφέας γεννηθεί και μετά από πολλά χρόνια συγκρουστεί σφοδρά μαζί τους («Σπάνια υπάρχει ενηλικίωση χωρίς τη συμβολική πατροκτονία, αυτά είναι πολύ γνωστά από αιώνες, και παραμένουν βασικοί άξονες της ζωής μας»), ώσπου μετά από ακόμη περισσότερα συμφιλιωθούν.

«Αυτό το βιβλίο δεν είναι, νομίζω, μια απλή μυθιστορηματική αναζήτηση των γονέων πριν από τον γάμο τους» λέει η Ρέα Γαλανάκη, «αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ: είναι η ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης ακόμη και εις βάρος της δικής μας νεότητας, εις βάρος μάλλον της νεανικής μας έπαρσης, ίσως και σκληρότητας. Έχουν συχνά αυτά τα χαρακτηριστικά τα ωραία νιάτα».

Κάτι που, καλώς ή κακώς, το αντιλαμβάνεσαι μόνο όταν τα έχεις αφήσει προ πολλού πίσω σου.

Όπως γράφετε στην εισαγωγή του βιβλίου σας, αρχίσατε να γράφετε για τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια, για τους γονείς σας, Εμμανουήλ και Αικατερίνη, την επομένη ενός ονείρου που είδατε με τον γάμο τους. Μπορείτε όμως να ανακαλέσετε με ακρίβεια τη στιγμή που γεννήθηκε η ιδέα για αυτό το βιβλίο ή αν προτιμάτε η επιθυμία για ένα βιβλίο που θα εξερευνά τη ζωή των γονιών σας πριν από τον δικό σας ερχομό στη ζωή;
Το όνειρο στη λογοτεχνία, όπως σωστά αντιλαμβάνεστε, μπορεί να είναι ένα πραγματικό γεγονός, αλλά μπορεί να είναι κι ένα συγγραφικό τέχνασμα - δεν έχει την παραμικρή σημασία αν είναι το ένα ή το άλλο. Όμως η στιγμή που μου γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου μάλλον είναι άθροισμα στιγμών. Λόγου χάριν, όπως γράφω και στο βιβλίο, όταν αισθάνθηκα ντροπή επειδή είχα υποτιμήσει τις σπουδές και το διδακτορικό του πατέρα μου στη Γαλλία κοντά στον διάσημο καθηγητή Ζωρζ Πορτμάν, ή τη συμμετοχή του στην Αντίσταση μολονότι διάφορα όπλα ξέμειναν έκτοτε στο σπίτι μας. Υπάρχουν κι άλλες στιγμές, δεν θέλω όμως να μακρηγορήσω. Με παρακίνησε επίσης το ερώτημα γιατί στην αναμεταξύ μας σύγκρουση εξανεμίστηκε όλος αυτός ο ευρωπαϊκός κοσμοπολιτισμός για να μείνει το πρωτόγονο δίκαιο του «πατέρα-αφέντη». Προφανώς έπρεπε να ερευνήσω τι είχε διαμορφώσει τους γονείς μου όσο ήταν ακόμη νέοι, τι δηλαδή είχε πετρώσει μέσα τους και τους βάραινε, κάτω από τη λάμψη του εξευρωπαϊσμού τους. Σε όλη τη ζωή μου αρνιόμουν να το ψάξω, δίνοντας δίκιο μόνο στη δική μου επανάσταση. Καιρός να σκύψω και «προς το δίκιο του άλλου» στην ηλικία που διανύω, όταν είμαστε ευγνώμονες ακόμη και για τα παλιά μας λάθη.

Ως συγγραφέας συνηθίζετε να δημιουργείτε πρώτα το σκελετό ενός βιβλίου και κατόπιν να γεμίζετε το παζλ μεθοδικά κομμάτι-κομμάτι; Σε κάθε περίπτωση, κατά πόσο ήταν διαφορετική σε τεχνικό αλλά και υπαρξιακό αν θέλετε επίπεδο η διαδικασία στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου του θέματος;
Καμιά αφήγηση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να στηρίζεται σε ένα, έστω και πρόχειρο, σκελετό. Μόνο έτσι «λέμε μια ιστορία». Ξεκινώντας έχω ένα σκελετό στο νου μου, ο οποίος μπορεί να αλλάξει άρδην μέχρι το τέλος της συγγραφής. Ξέρετε, το ένα γεννά το άλλο, και ουδέποτε έχει κανείς μπροστά του ολόκληρο το βιβλίο που θα γράψει, και μάλιστα με ποιο τρόπο θα το γράψει, τη στιγμή που το ξεκινά. Σημασία έχει να προκύψει μια τελική σύνθεση εύληπτη και κατανοητή, ει δυνατόν με «ακρίβεια, κυριολεξία και χάρη», και στο σύνολο και στις λεπτομέρειες. Επιδιώκοντας αυτό τον στόχο, εγώ τουλάχιστον γράφω και ξαναγράφω πολλές φορές τα κείμενά μου - χωρίς να σημαίνει ότι είμαι και αλάνθαστη. Το ίδιο έκανα και σε τούτο το βιβλίο, όπου όφειλα και να αφεθώ πολύ περισσότερο καθώς ο περίγυρος ήταν η πατρική οικογένεια, αλλά και να αποσιωπήσω πολλά και διάφορα δίπλα σε όσα αποκάλυπτα. Αυτός ο σεβαστικός έλεγχος ήταν απαραίτητος για μένα.

Στα χρόνια που διήρκεσε η έρευνα και η συγγραφή, ποιες ξεχωρίζετε ως τις πιο κομβικής σημασίας στιγμές; Είτε με τον τρόπο ενός ούριου ανέμου που έστειλε το καράβι προς τα μπρος, είτε, αντιθέτως, μιας ανατροπής εκεί που δεν το περιμένατε, η οποία σας ανάγκασε να ανασυνταχθείτε και να ξεκινήσετε ξανά;
Και τα δυο αυτά, που τόσο όμορφα λέτε, και τον ούριο άνεμο δηλαδή, αλλά και την ανατροπή, που ωστόσο με ανάγκασε όχι να ανασυνταχτώ αλλά να ερευνήσω τα λίγα δεδομένα που είχα, τα μπόλιασα μέσα στη ροή του βιβλίου. Έτσι κι αλλιώς, ήταν ένα βιβλίο ανασκαφής του οικογενειακού τύμβου, κι ενδεχομένως όποιος έχει τον δικό του τύμβο να ανασκάψει μπορεί να με καταλάβει πιο καλά. Ξεχωρίζω ιδιαίτερα την ανακάλυψη της μορφής και των πολιτικών απόψεων του αρχιμανδρίτη Αμβρόσιου, θείου του ορφανού πατέρα μου, που ουσιαστικά τον έσπρωξε προς τα γράμματα, αλλά και τον εντοπισμό σε δυο φωτογραφίες της «ωραίας νοσοκόμας» που μαζί της είχε συνδεθεί κατά την επίταξη και την ολιγόμηνη παραμονή του στο Στρατιωτικό νοσοκομείο Λάρισας με την έναρξη της επίθεσης των Ιταλών στην Ελλάδα.

Νομίζω πως θα άρεσε στους γονείς μου αυτή η εκ των υστέρων διαχείριση, άλλωστε ο δικός τους αγώνας να σπουδάσουν, να δράσουν, να δημιουργήσουν, διασώθηκε λίγο-πολύ μέσα από όσα έγραψα για αυτούς, και με τον τρόπο που τα έγραψα.

Πόσο συχνά πιάσατε τον εαυτό σας να αναρωτιέται πώς θα αντιδρούσαν ο Εμμανουήλ και η Αικατερίνη αν διάβαζαν αυτό που μόλις είχατε γράψει;
Αποσιώπησα φυσικά όσα έπρεπε να αποσιωπηθούν, γλύκανα αρκετές γωνίες, επειδή στόχευα σε ένα βιβλίο ώριμης επιείκειας προς τη ζωή, ελέους και προς τα δικά τους βάσανα, όπου τέτοια «κουτσομπολιά» πρέπει νομίζω να εξαϋλώνονται σαν πάχνη ενός πολύ μακρινού πρωινού. Από την άλλη, φυσικά και δεν έκρυψα την ουσία της σύγκρουσης, το άλγος αλλά και τον απογαλακτισμό που εκείνη μου πρόσφερε, την απόφαση δηλαδή ενός δικού μου μοναχικού και δύσκολου δρόμου. Νομίζω πως θα άρεσε στους γονείς μου αυτή η εκ των υστέρων διαχείριση, άλλωστε ο δικός τους αγώνας να σπουδάσουν, να δράσουν, να δημιουργήσουν, διασώθηκε λίγο-πολύ μέσα από όσα έγραψα για αυτούς, και με τον τρόπο που τα έγραψα. Πολλές φορές, πριν από συνεντεύξεις και άλλα, βάζω μια στιγμή το χέρι μου πάνω στο εξώφυλλο, τους λέω να με βοηθήσουν, και – νομίζω – το πράττουν ευχαρίστως.

Με το χέρι στην καρδιά, αν ο χώρος και ο χρόνος δεν έπαιζαν κανένα ρόλο, θα θέλατε να είχατε γράψει το βιβλίο ενώ οι γονείς σας ήταν ακόμη στη ζωή;
Αδύνατον θα μου ήταν να γράψω γι’ αυτούς όσο ζούσαν, κι επιτρέψτε μου να πω ότι το θεωρώ αδύνατο και για τον καθένα μας. Πρέπει να υπάρξει ένα αναγκαίο, αλλά πολύ γόνιμο κενό. Χωρίς αυτό το κενό η απώλεια προσώπων και πραγμάτων, αλλά και η συναφής αναζήτηση ενός είδους «νόστου» στο χαμένο σύμπαν, είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί. Στο κάτω-κάτω, τι «νόστος» είναι αυτός που δεν αναφέρεται σε κάτι το χαμένο; Αλλά και η λεγόμενη «επιείκεια» της ωριμότητας από τη δική μου πλευρά, αυτή η «λύση» κάθε δράματος, δεν θα μπορούσε να προκύψει χωρίς αυτό το κενό χρονικό διάστημα. Γιατί αυτό το βιβλίο δεν είναι, νομίζω, μια απλή μυθιστορηματική αναζήτηση των γονέων πριν από τον γάμο τους, αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ: είναι η ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης ακόμη και εις βάρος της δικής μας νεότητας, εις βάρος μάλλον της νεανικής μας έπαρσης, ίσως και σκληρότητας. Έχουν συχνά αυτά τα χαρακτηριστικά τα ωραία νιάτα.

Όπως γράφετε: «Υπάρχει πάντα ένας κίνδυνος, επειδή γράφοντας δεν διηγείσαι απλώς σ’ ένα γνωστό σου κάτι, αλλά μοιράζεις κάτι το βαθιά δικό σου σε πολλούς, σε άγνωστους ανθρώπους». Το γράψιμο κάθε βιβλίου είναι προφανώς μια περίπλοκη ψυχική διαδικασία και αναπόφευκτα στον συγγραφέα αφήνει ένα σημάδι. Αναρωτιέμαι αν στην προκειμένη περίπτωση είναι βαθύτερο εξαιτίας του θέματος και παρά την πολυδεκαετή σας εμπειρία στα γράμματα που θεωρητικά θα περίμενε κανείς να εφοδιάζει μία δημιουργό με μία γενικότερη ψυχραιμία εξαιτίας της συσσωρευμένης εμπειρίας.
Είναι αλήθεια αυτό, για το οποίο αναρωτιέστε. Αυτό το βιβλίο, ζητούσε περισσότερο πείσμα και πειθαρχία από τη μεριά μου, αλλά και πολύ περισσότερο θάρρος αφού θα μιλούσα πρώτη φορά για την ίδια μου τη ζωή μέσα από τη σκηνοθεσία της λογοτεχνίας. Και όχι, η παρουσία μου επί 47 χρόνια στα γράμματα, δεν μου έχει προσφέρει καμιά ψυχραιμία, ίσως μόνο μια κάποια γνώση των κανόνων, γι’ αυτό και κάθε φορά αγωνιώ πολύ για την αποδοχή κάθε καινούριου μου έργου. Έχω βέβαια χαρτογραφήσει σε γενικές γραμμές τον οικείο χώρο, αλλά πάντα υπάρχουν εκπλήξεις. Καθώς μάλιστα αυτή η «οικογενειακή μυθιστορία» ήταν για μένα ένα διαφορετικό είδος σύνθεσης, η αγωνία μου ήταν μεγαλύτερη - όμως δεν μου αρέσει να μασάω και να ξαναμασάω για δεκαετίες τον ίδιο τρόπο αφήγησης, το ίδιο θέμα, τον ίδιο ακριβώς συγγραφικό ρόλο και τρόπο. Αυτό δεν παράγει τίποτε, νομίζω, από ένα σημείο και μετά.

Είναι ένα βιβλίο για τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη. Αναπόφευκτα όμως είναι ένα βιβλίο και για τη Ρέα δεδομένου ότι ανατρέχετε και σε δικά σας βιώματα και εμπειρίες. Ως προς αυτή ειδικά την πτυχή, ποιο είναι το κυρίαρχο συναίσθημα τώρα που το τελειώσατε; Είναι τελικά το τίμημα της ωριμότητας που έρχεται στη μεγαλύτερη ηλικία μια κάποιου είδους συγκατάβαση για τους προηγούμενους, νεότερους εαυτούς μας;
Θέλω να γίνει σαφές ότι σ’ αυτό το βιβλίο δεν γράφω την αυτοβιογραφία μου, έστω και μυθιστορηματικά. Αναφέρω μόνο κάποια γεγονότα από την παιδική και τη νεανική μου ζωή, που καθρεφτίζονται μέσα στον μεγάλο διπλό καθρέφτη των γονιών μου, και των προγόνων που τους επηρέασαν. Από την ενήλικη ζωή μου, δεν γράφω σχεδόν τίποτα εκτός από ορισμένα γεγονότα που τριγυρίζουν το βασικό ερώτημα του βιβλίου: ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς, όπως συνήθως είναι οι γονείς πριν τους γνωρίσουμε, κι επομένως γιατί συγκρουστήκαμε. Πάντως, το κυρίαρχο συναίσθημα τώρα που το τέλειωσα είναι κυρίως ανακουφιστικό – και μου κάνει μεγάλη εντύπωση που τρεις από του πιο γνωστούς κριτικούς βιβλίων ανέφεραν ότι, τελειώνοντας το «Εμμανουήλ και Αικατερίνη, τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια», αισθάνθηκαν μεγάλη και ανακουφιστική συγκίνηση. Άλλη μια ένδειξη ότι το βιβλίο ξεπερνά το προσωπικό μου βίωμα και μπορεί να αγγίξει τον αναγνώστη. Προσθέτω μόνο ότι δεν είδα τα νιάτα μου μόνο με τη συγκατάβαση της ωριμότητας, αλλά και με μια κάποια ειρωνεία για την επαναστατική τους στενοκεφαλιά - η οποία ωστόσο υπήρξε απολύτως απαραίτητη για να χτίσω την προσωπική και τη συγγραφική μου ταυτότητα.

Ας κρατήσουμε την βασική αισιοδοξία ότι η ζωή μας θα συνεχιστεί στο φως.

Όπως τονίζετε στη σχέση με τους γονείς σας υπήρξε μία μεγάλη σε διάρκεια και ένταση κόντρα -με διαφορετικό τρόπο με τον καθένα. Υπήρξε λοιπόν αυτό το βιβλίο ο δικός σας τρόπος να ολοκληρώσετε εν τη απουσία τους το μεγάλο και κοινό, κατά τη γνώμη μου, υπαρξιακό ζητούμενο που είναι η άμβλυνση των όποιων συγκρουσιακών γωνιών με τους γονείς μας;
Νομίζω ότι συμφωνώ με την ερώτησή σας. Σπάνια υπάρχει ενηλικίωση χωρίς τη συμβολική πατροκτονία, αυτά είναι πολύ γνωστά από αιώνες, και παραμένουν βασικοί άξονες της ζωής μας. Λίγο-πολύ έχω αναφερθεί σε τούτο και με άλλους τρόπους στις παραπάνω απαντήσεις μου.

Κατά κανόνα πόση και τι είδους «αποθεραπεία» χρειάζεστε μετά την ολοκλήρωση ενός βιβλίου; Στην προκειμένη περίπτωση πώς τα βλέπετε τα πράγματα;
Αποθεραπεία; Θα προτιμούσα τη λέξη «αγρανάπαυση», γιατί δεν είναι βέβαια αρρώστια, δεν είναι καν μια ψυχαναλυτική διαδικασία η συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου. Είναι απλώς το γράψιμο ενός βιβλίου λογοτεχνίας κι έχει τους δικούς του κανόνες και τη δική τους μακρά παράδοση· τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Συνήθως βαστάει μήνες έως και λίγα χρόνια αυτή η μετέωρη κατάσταση, μέχρι να συγκεντρωθώ και να δουλέψω σε διαφορετικό θέμα, άλλωστε δεν «βγάζω το ένα βιβλίο μετά το άλλο». Αυτό εύχομαι να γίνει και τώρα, εάν τελικά ξεφύγουμε από τον μείζονα εφιάλτη των ημερών μας. Μιλώ για την εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία, τις συντριπτικές για την υφήλιο συνέπειες αυτού του αλαζονικού αναθεωρητισμού της ιστορίας, την αχαρτογράφητη προς το παρόν διπλωματική έξοδο από τον άθλιο αυτό πόλεμο, την αμφισβήτηση των δημοκρατικών πολιτευμάτων, των διεθνών συνθηκών και του Διεθνούς Δικαίου. Υπάρχουν κι άλλα, ας κρατήσουμε όμως την βασική αισιοδοξία ότι η ζωή μας θα συνεχιστεί στο φως.

Ρέα Γαλανάκη: “Σπάνια υπάρχει ενηλικίωση χωρίς τη συμβολική πατροκτονία”
@ 2020 ANTHONY BOYD GRAPHICS


Το μυθιστόρημα «Εμμανουήλ και Αικατερίνη - Τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. H παρουσίαση θα γίνει την Τετάρτη 29 Ιουνίου στον κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων από τον καθηγητή του Πάντειου Πανεπιστημίου και δημοσιογράφο Νίκο Μπακουνάκη. Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό και η Ρέα Γαλανάκη θα υπογράψει αντίτυπα του βιβλίου της.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: βιβλίο, ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ