ΣΤΟΝ ΕΒΡΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ Ο ΓΙΩΡΓΗΣ ΤΣΟΥΡΗΣ ΜΑΣ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΚΑΤΑΜΑΤΑ
Ο “Εβρος απέναντι”, μια υποδειγματικά κουρδισμένη παράσταση στο θέατρο Άνεσις, με πέντε εξαιρετικές ερμηνείες και μια συγκλονιστική Άννα Κουτσαφτίκη. Ο Γιωργής Τσουρής επιστρέφει σε ένα έργο σχεδόν 30 ετών και αποκαλύπτει πόσο τρομακτικά σημερινό παραμένει.
Το γεγονός πως ο Γιωργής Τσουρής καταπιάνεται με τον «Έβρο απέναντι» των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα, δημιουργεί έκπληξη. Όχι γιατί το έργο δεν του ταιριάζει, αλλά γιατί η συνάντηση ενός από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους Έλληνες δημιουργούς με το συγγραφικό σύμπαν των Ρέππα – Παπαθανασίου δεν ήταν από εκείνες που μπορούσες εύκολα να προβλέψεις.
Το έχουμε ξαναγράψει, ο Γιωργής Τσουρής είναι ένας από τους καλύτερους ηθογράφους της γενιάς του. Ένας συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης που γνωρίζει εξαιρετικά καλά την ελληνική πραγματικότητα, τις μικρές παθογένειές της, τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας, εκείνους που λένε τα πιο σκληρά πράγματα με τον πιο καθημερινό τρόπο. Ένας καλλιτέχνης που υπηρετεί με συνέπεια τον σκηνικό ρεαλισμό, ισορροπώντας διαρκώς στην κόψη του ξυραφιού: ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, στο οικείο και το αποκρουστικό, στην τρυφερότητα και στη σκληρότητα.
Και ίσως γι’ αυτό η επιλογή του να ανεβάσει τον «Έβρο απέναντι» να είναι τελικά πολύ πιο οργανική απ’ όσο αρχικά φαίνεται.
Παρακολουθώντας την παράσταση στη Μικρή Σκηνή του Άνεσις, γίνεται αμέσως αντιληπτό κάτι πολύ ουσιαστικό: ο Γιωργής Τσουρής αγαπά βαθιά αυτό το έργο. Το έχει διαβάσει προσεκτικά, έχει αφουγκραστεί τους ανθρώπους του, έχει κατανοήσει τον ιδιαίτερο ρυθμό του και, κυρίως, έχει αντιληφθεί ότι δεν χρειάζεται να το «πειράξει» για να το κάνει σημερινό.
Μια Ελλάδα από το παρελθόν που δεν ξεθώριασε ποτέ
Ο «Έβρος απέναντι» γράφτηκε το 1998 και πρωτοπαρουσιάστηκε τη θεατρική περίοδο 1999-2000. Μια εποχή παράξενης ελληνικής αισιοδοξίας, επίπλαστης ευμάρειας και κοινωνικών αντιφάσεων. Η Ελλάδα ετοιμαζόταν να μπει στη νέα χιλιετία, έχοντας πειστεί πως βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης, την ώρα που πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα της διαμορφωνόταν μια κοινωνία όλο και πιο φοβισμένη, ανταγωνιστική και βαθιά ανασφαλής.
Οι Ρέππας – Παπαθανασίου, αφήνοντας εδώ πίσω τους την περιοχή της μεγάλης εμπορικής κωμωδίας με την οποία είχαν ταυτιστεί στη συνείδηση του κοινού, έγραψαν ένα κείμενο ωμού κοινωνικού ρεαλισμού. Ένα έργο που χρησιμοποιεί το χιούμορ όχι για να απαλύνει τη σκληρότητα, αλλά για να την κάνει ακόμη πιο δυσβάσταχτη.
Τέσσερις άνεργοι Έλληνες, δύο άντρες και δύο γυναίκες, άνθρωποι που βρίσκονται στα όρια της οικονομικής και κοινωνικής επιβίωσης, έρχονται αντιμέτωποι με την παρουσία ενός Κούρδου πρόσφυγα. Και κάπου εκεί, μέσα σε μια καθημερινότητα μικρών απογοητεύσεων, ανεκπλήρωτων επιθυμιών και προσωπικών αδιεξόδων, αρχίζει να αναδύεται το πραγματικό πρόσωπο μιας κοινωνίας που αναζητά διαρκώς κάποιον πιο αδύναμο για να φορτώσει πάνω του τις αποτυχίες της.
Το εντυπωσιακό είναι πως σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, το έργο δεν χρειάζεται καμία επικαιροποίηση.
Ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, η κοινωνική ανασφάλεια, η αδυναμία αποδοχής του διαφορετικού, αλλά και εκείνη η σχεδόν αντανακλαστική ανάγκη να προστατεύσουμε τον εαυτό μας ακόμη και εις βάρος του άλλου, παραμένουν εδώ. Αναγνωρίσιμα, οικεία, σχεδόν τρομακτικά αμετάβλητα.
Αλλά αυτό που κάνει το έργο ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι δεν περιορίζεται σε μια καταγγελία του ρατσισμού. Ανατέμνει τους μηχανισμούς που τον γεννούν. Δείχνει πώς η προσωπική ματαίωση μπορεί να μετατραπεί σε συλλογική βαρβαρότητα και πώς άνθρωποι με εντελώς διαφορετικές αφετηρίες μπορούν να συναντηθούν στο ίδιο σκοτεινό σημείο.
Και είναι ακριβώς αυτή η σύνθετη ανθρωπογεωγραφία που ο Τσουρής αναδεικνύει με τόση ακρίβεια.
Μια σκηνοθεσία που ξέρει πότε να μιλήσει και πότε να σωπάσει
Ο Γιωργής Τσουρής ξέρει να διατηρεί το μέτρο. Στην παράσταση δεν υπάρχει τίποτα περιττό, δε διακρίνεται καμία διάθεση επίδειξης, κανένα σκηνοθετικό εύρημα που να διεκδικεί την προσοχή εις βάρος του κειμένου, καμία προσπάθεια να μετατραπεί το έργο σε ένα μεγαλόστομο πολιτικό σχόλιο.
Αντιθέτως, όλα μοιάζουν να υπηρετούν την ίδια δραματουργική κατεύθυνση. Οι παύσεις, οι σιωπές, οι μικρές αλλαγές στον τόνο, οι εκρήξεις, οι στιγμές του γέλιου που διακόπτονται απότομα όταν αντιλαμβάνεσαι τι ακριβώς ειπώθηκε.
Η παράσταση είναι εξαιρετικά καλοκουρδισμένη. Διαθέτει έναν εσωτερικό ρυθμό που δεν χαλαρώνει, ενώ οι μετατοπίσεις από το χιούμορ στη θλίψη και από την καθημερινή οικειότητα στην απειλή γίνονται με αξιοσημείωτη φυσικότητα.
Οι ήρωες δεν αντιμετωπίζονται ως φορείς ιδεών ούτε ως απλές αναπαραστάσεις μιας κοινωνικής παθογένειας. Τους αντιμετωπίζει ως ανθρώπους, με τις αντιφάσεις τους, τις μικρότητές τους, την ανάγκη τους να αγαπηθούν, να επιβιώσουν, να αποκτήσουν λίγη σημασία μέσα σε έναν κόσμο που τους έχει αφήσει πίσω.
Δεν τους δικαιολογεί, αλλά ούτε και τους καταδικάζει εκ των προτέρων, τουναντίον μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε μέσα τους πράγματα που ίσως δεν θα θέλαμε να παραδεχτούμε για τον εαυτό μας.
Το ρεαλιστικό σκηνικό περιβάλλον της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη, σε συνδυασμό με τα έξοχα κοστούμια της Ελεονόρας Καραβάνη και τους φωτισμούς της Σεμίνας Παπαλεξανδροπούλου, μας μεταφέρει σε μια προηγούμενη δεκαετία χωρίς να δημιουργεί την αίσθηση ενός μουσειακού θεατρικού κόσμου.
Υπάρχει κάτι εξαιρετικά οικείο σε αυτή τη σκηνική πραγματικότητα. Σαν να κοιτάζεις ένα παλιό οικογενειακό φωτογραφικό άλμπουμ και να αναγνωρίζεις, πίσω από τα ξεπερασμένα ρούχα και τα αντικείμενα, ανθρώπους που θα μπορούσες να συναντήσεις σήμερα στην πολυκατοικία σου.
Πέντε ερμηνείες που συγκροτούν έναν υποδειγματικό θίασο
Αν όμως η σκηνοθεσία είναι η ραχοκοκαλιά της παράστασης, οι ηθοποιοί είναι αναμφίβολα η καρδιά της.
Η Άννα Κουτσαφτίκη, ο Κώστας Κορωναίος, ο Βαγγέλης Αλεξανδρής, η Μαρία Παρασύρη και ο Θανάσης Ισιδώρου συγκροτούν ένα εξαιρετικό ερμηνευτικό σύνολο. Πέντε ηθοποιοί που μοιάζουν να αναπνέουν στον ίδιο ρυθμό, που ακούν πραγματικά ο ένας τον άλλον και που καταφέρνουν να δημιουργήσουν την αίσθηση μιας απολύτως ζωντανής ανθρώπινης συνύπαρξης.
Προεξάρχουσα όλων, η Άννα Κουτσαφτίκη. Τι σπουδαία ηθοποιός. Και τι εκπληκτική ικανότητα να μεταμορφώνει το απολύτως καθημερινό σε κάτι βαθιά θεατρικό, χωρίς ποτέ να μοιάζει ότι προσπαθεί.
Η Άννα Κουτσαφτίκη διαθέτει εκείνη τη σπάνια υποκριτική ποιότητα που δεν χρειάζεται μεγάλα μέσα για να επιβληθεί. Ένα βλέμμα, μια αλλαγή στη φωνή, μια ανεπαίσθητη κίνηση του σώματος αρκούν για να αποκαλύψουν ολόκληρες συναισθηματικές διαδρομές.
Ο Κώστας Κορωναίος και ο Βαγγέλης Αλεξανδρής υπηρετούν με εξαιρετική συνέπεια τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη σκληρότητα και την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Οι ερμηνείες τους δεν επιτρέπουν στους χαρακτήρες να περιοριστούν σε εύκολα αναγνωρίσιμους τύπους. Υπάρχει πίσω από τη συμπεριφορά τους ένα ολόκληρο σύστημα φόβων, ματαιώσεων και αδυναμιών.
Η Μαρία Παρασύρη προσθέτει τη δική της ουσιαστική παρουσία σε αυτή τη σύνθετη ανθρώπινη εξίσωση, με μια ερμηνεία που ενσωματώνεται απολύτως στον ρυθμό και στο ύφος του συνόλου.
Ο Θανάσης Ισιδώρου, από την πλευρά του, συμπληρώνει με ευαισθησία και σκηνική συνέπεια έναν θίασο που έχει καταφέρει κάτι πολύ δύσκολο: να λειτουργεί ως πραγματικό σύνολο, χωρίς η ατομική λάμψη να υπονομεύει τη συλλογική δημιουργία.
Τελικά, αξίζει να δει κάποιος την παράσταση αυτή;
Ναι, γιατί είναι είναι ανατριχιαστικό το πώς ένα έργο γραμμένο το 1998 μπορεί να μιλά με τόση ακρίβεια για την Ελλάδα του 2026.
Αλλάζουν οι δεκαετίες, τα σπίτια, τα ρούχα, οι πολιτικές συνθήκες. Αλλάζει ακόμη και ο δημόσιος τρόπος με τον οποίο μιλάμε για τη διαφορετικότητα, τη μετανάστευση και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Εκείνο που φαίνεται πολύ δυσκολότερο να αλλάξει είναι ο μηχανισμός που μας κάνει να βλέπουμε τον διπλανό μας ως απειλή. Η ευκολία με την οποία η ανασφάλεια μετατρέπεται σε επιθετικότητα. Η ανάγκη να βρεθεί ένας αποδιοπομπαίος τράγος για όσα δεν καταφέραμε να γίνουμε.
Οι Ρέππας και Παπαθανασίου είχαν την οξυδέρκεια να τα διακρίνουν όλα αυτά πολύ νωρίς. Και ο Γιωργής Τσουρής έχει σήμερα την ωριμότητα και τη σκηνοθετική ευφυΐα να τα αναδείξει χωρίς διδακτισμό, χωρίς υπερβολές και χωρίς να αφαιρέσει από το έργο την ανθρώπινη πολυπλοκότητά του.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη 21:00, Πέμπτη 20:00, Παρασκευή 21:00, Σάββατο 18:00 &
21:00, Κυριακή 17:30
Πρεμιέρα: Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026
Διάρκεια Παράστασης: 90 λεπτά
ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ:
www.more.com/gr-el/tickets/theater/oevrosapenanti