ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΔΙΑΣΚΕΥΑΖΕΙΣ ΚΑΖΟΥΟ ΙΣΙΓΚΟΥΡΟ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ;
Ο ιάπωνας σκηνοθέτης του Αχνή Θέα των Λόφων, Κέι Ισικάβα, μιλάει στο Magazine για τη σχέση του με τον θρυλικό συγγραφέα Καζούο Ισιγκούρο, και για την μνήμη της ατομικής βόμβας στην ιαπωνική κουλτούρα.
«Όσο περνά ο χρόνος, οι άνθρωποι σταδιακά ξεχνούν τι πραγματικά συνέβη στο παρελθόν», λέει ο ιάπωνας σκηνοθέτης όταν τον συναντάμε από κοντά στο φεστιβάλ των Καννών. Εκεί όπου η ταινία του, Αχνή Θέα των Λόφων, προβάλλεται στο πλαίσιο του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα, τον Μάιο του ‘25.
Το ζήτημα της μνήμης και του παρελθόντος διατρέχει το φιλμ, του οποίου η ιστορία ξετυλίγεται ταυτόχρονα σε δύο περιόδους.
Το 1982, στο Ηνωμένο Βασίλειο, μια ιαπωνοβρετανίδα επίδοξη συγγραφέας παίρνει συνέντευξη από την μητέρα της, σχεδιάζοντας να γράψει ένα βιβλίο βασισμένο στις μεταπολεμικές εμπειρίες της στο Ναγκασάκι. Ο άλλος χρόνος, είναι τα ‘50s και τα γεγονότα που στιγμάτισαν μια γενιά. Στην πορεία, η συγγραφέας ανακαλύπτει πως κάτι σε αυτές τις διηγήσεις δεν ταιριάζει.
Πρόκειται για διασκευή του πρώτου βιβλίου του Καζούο Ισιγκούρο (Τα Απομεινάρια μιας Μέρας, Ο Θαμμένος Γίγαντας), που μεταφέρεται επιβλητικά στη μεγάλη οθόνη, εστιάζοντας σε ένα αινιγματικό μυστήριο που διατρέχει τις δεκαετίες και γεννιέται από μια θύελλα αναμνήσεων του μεταπολεμικού Ναγκασάκι.
Για το πώς η ανάμνηση της ατομικής βόμβας έχει καθορίσει τη συλλογική μνήμη της Ιαπωνίας, αλλά και για την πρόκληση του να μεταφέρει στο σινεμά ένα βιβλίου του μεγάλου συγγραφέα Καζούο Ισιγκούρο, καθίσαμε με τον σκηνοθέτη Κέι Ισικάβα για να μας μιλήσει αναλυτικά – λίγες ώρες μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας του, στο φεστιβάλ των Καννών.
Ο Καζούο Ισιγκούρο είχε πει κάποτε, δεν ξέρω αν αστειευόταν, ότι δεν ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένος με αυτό το μυθιστόρημα. Γιατί θελήσατε λοιπόν να προσεγγίσετε αυτό το υλικό;
Όταν λέει ότι δεν του αρέσει το βιβλίο, αυτό που πραγματικά εννοεί είναι ότι δεν κατάφερε να το γράψει ακριβώς όπως θα ήθελε εκείνη την εποχή. Είχα αρκετές ευκαιρίες να συναντήσω τον Καζούο και μου έλεγε συχνά: «Δεν είναι ακριβώς αυτό που είχα αρχικά στο μυαλό μου». Κατά τη διάρκεια των συζητήσεών μας για το σενάριο και την ιστορία, έκανε προτάσεις για το πώς θα μπορούσαν να αλλάξουν ορισμένα πράγματα.
Τι ήταν δηλαδή στο ίδιο το μυθιστόρημα αυτό που σας προσέλκυσε;
Ήμουν πάντοτε μεγάλος θαυμαστής του έργου του Καζούο Ισιγκούρο. Μόνο δύο από τα μυθιστορήματά του διαδραματίζονται στην Ιαπωνία. Το ένα είχε ήδη μεταφερθεί στον κινηματογράφο, ενώ το Αχνή Θέα των Λόφων δεν είχε διασκευαστεί ποτέ, κι έτσι πάντα ένιωθα μια ιδιαίτερη έλξη προς αυτό.
Φυσικά, το μυθιστόρημα πραγματεύεται επίσης το Ναγκασάκι μετά την ατομική βόμβα, ενώ οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια παραπέμπουν σε θεματικές που συνδέουμε με τη χρυσή εποχή του ιαπωνικού κινηματογράφου. Αυτό ήταν κάτι που με γοήτευσε ιδιαίτερα.
Ταυτόχρονα, βρισκόμαστε πλέον ογδόντα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ήθελα να πάω στο Ναγκασάκι και να μιλήσω με ανθρώπους που έζησαν πραγματικά εκείνη την περίοδο. Ένιωσα ότι ίσως αυτή να ήταν η τελευταία ευκαιρία να ακούσω αυτές τις μαρτυρίες από πρώτο χέρι. Σε λίγα ακόμη χρόνια αυτό θα είναι πολύ πιο δύσκολο. Ήξερα ότι θα ήταν μια απαιτητική ταινία, αλλά ένιωθα επίσης ότι αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή για να τη γυρίσω.
Ένα από τα βασικά θέματα της ταινίας είναι το τραύμα που άφησε πίσω της η ατομική βόμβα. Από όσα είπατε, φαίνεται πως πρόκειται για κάτι που έχει συνοδεύσει την ιαπωνική κοινωνία για γενιές. Παραμένει ακόμη ισχυρή αυτή η παρουσία στην ιαπωνική κουλτούρα; Εξακολουθούν οι άνθρωποι να γράφουν και να γυρίζουν ταινίες γύρω από αυτό;
Πολύ καλή ερώτηση. Για τις γενιές πριν από τη δική μου, αυτό το τραύμα ήταν αναμφίβολα πολύ έντονο. Οι δικοί μου παππούδες έζησαν τον πόλεμο και είχα την ευκαιρία να ακούσω τις ιστορίες τους από πρώτο χέρι.
Οι νεότερες γενιές, όμως, δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα. Για εκείνες, ο πόλεμος μοιάζει τόσο μακρινός όσο ένα γεγονός που συνέβη πριν από εκατό ή ακόμη και διακόσια χρόνια. Νομίζω ότι η αίσθηση αυτού του τραύματος έχει πλέον εξασθενήσει σημαντικά και ότι η σχέση μας με εκείνη την ιστορία αλλάζει.
Νιώθω επίσης ότι ανήκω σε μια ενδιάμεση γενιά. Εμείς μπορούμε ακόμη να ακούσουμε προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν εκείνα τα γεγονότα και, γι’ αυτό, αισθάνομαι ότι έχουμε την ευθύνη να μεταφέρουμε αυτή τη μνήμη στην επόμενη γενιά.
Είναι ενδιαφέρον που λέτε ότι το τραύμα αυτό δεν είναι πλέον τόσο έντονο στις νεότερες γενιές, κάτι που είναι φυσικό όσο περνά ο χρόνος. Ταυτόχρονα, όμως, εξακολουθούμε να το βλέπουμε να εμφανίζεται, συχνά έμμεσα, στον σύγχρονο ιαπωνικό κινηματογράφο. Για παράδειγμα, στις ταινίες του Μακότο Σινκάι η ατομική βόμβα δεν αναφέρεται άμεσα, όμως η κληρονομιά της μοιάζει να υπάρχει σε αλληγορική μορφή. Είναι σαν αυτό το τραύμα να έχει γίνει πλέον μέρος της πολιτισμικής μνήμης της Ιαπωνίας. Ήταν κάτι που θέλατε κι εσείς να αγγίξετε με αυτή την ταινία; Ελπίζατε να μιλήσετε στις νεότερες γενιές για εκείνο το παρελθόν;
Δεν θα το χαρακτήριζα αποστολή μου. Πιστεύω, όμως, ότι ο τρόπος με τον οποίο οι δημιουργοί προσεγγίζουν αυτό το θέμα αλλάζει.
Για παράδειγμα, σκεφτείτε το Godzilla Minus One. Μέχρι πρόσφατα ήταν δύσκολο να θίξει κανείς τέτοια ζητήματα μέσα από μεγάλες εμπορικές παραγωγές ή ταινίες δράσης. Σήμερα θεωρώ ότι οι δημιουργοί έχουν μεγαλύτερη ελευθερία να το κάνουν.
Δεν λέω ότι αυτό είναι ούτε καλό ούτε κακό, απλώς δείχνει ότι τα πράγματα αλλάζουν. Και, φυσικά, αυτό συμβαίνει παντού. Όσο περνά ο χρόνος, οι άνθρωποι σταδιακά ξεχνούν τι πραγματικά συνέβη στο παρελθόν.
Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα; Πολλοί Ιάπωνες μετανάστευσαν στη Δύση μετά τον πόλεμο, όπως κάνει και η Ετσούκο στην ταινία.
Είναι εν μέρει αυτοβιογραφική, με την έννοια ότι και ο ίδιος ο Καζούο Ισιγκούρο έφυγε από το Ναγκασάκι όταν ήταν πέντε ετών. Η ίδια η ιστορία, όμως, είναι μυθοπλασία.
Θα μπορούσατε να μιλήσετε λίγο πιο γενικά για τη σχέση σας με τον Καζούο Ισιγκούρο; Είναι μια τόσο σημαντική λογοτεχνική προσωπικότητα. Είχε ήδη ιδιαίτερη σημασία το έργο του για εσάς πριν από αυτή την ταινία;
Για μένα, ο Καζούο Ισιγκούρο είναι ένας πραγματικός δάσκαλος, κάποιος που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τον Σαίξπηρ. Όταν, όμως, καθίσαμε μαζί να δουλέψουμε πάνω στο σενάριο, οι συζητήσεις μας περιστρέφονταν κυρίως γύρω από τον κινηματογράφο. Αγαπά τον ιαπωνικό κινηματογράφο και, πριν καν αρχίσουμε να μιλάμε για το σενάριο, περάσαμε ώρες συζητώντας απλώς για ταινίες.
Η συνεργασία μαζί του έμοιαζε πολύ φυσική. Μόλις ξεκινήσαμε να αναπτύσσουμε τη διασκευή, ήταν σαν να ήμασταν δύο κινηματογραφιστές που δουλεύαμε πάνω στο ίδιο πρότζεκτ.
Για να είμαι ειλικρινής, ανησυχούσα λίγο ότι, αν οι ηθοποιοί διάβαζαν το μυθιστόρημα αφού είχαν διαβάσει το σενάριο, ίσως τους φαινόταν πολύ περίπλοκο ή δύσκολο να το παρακολουθήσουν. Αλλά ίσως απλώς να είμαι υπερβολικά προσεκτικός.
Αναφέρατε νωρίτερα ότι και άλλα έργα του Καζούο Ισιγκούρο έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Αποτέλεσε κάποια από αυτές τις ταινίες σημείο αναφοράς για εσάς; Ή ήταν σημαντικό να αποστασιοποιηθείτε και να βρείτε τη δική σας προσέγγιση; Ήταν δύσκολο να αποφύγετε αυτή την κληρονομιά;
Μπορεί να μην υπάρχει ένας Άντονι Χόπκινς σε αυτή την ταινία, όμως ο μεγαλύτερος σε ηλικία χαρακτήρας, ο Ογκάτα, είναι κάποιος που αισθάνομαι πως βρίσκεται πολύ κοντά, ως πνεύμα, στον χαρακτήρα που υποδύθηκε ο Άντονι Χόπκινς στα Απομεινάρια μιας Μέρας. Αυτό αποτέλεσε συνειδητή πηγή έμπνευσης για μένα.
Αγαπώ αυτόν τον χαρακτήρα.
Βέβαια, επειδή βρίσκεται κάπως στο περιθώριο της κεντρικής πλοκής, οι χρηματοδότες μερικές φορές με ρωτούσαν: «Χρειαζόμαστε πραγματικά αυτόν τον χαρακτήρα;». Για μένα, όμως, ήταν πολύ σημαντικός.
Η ταινία κινείται ανάμεσα στη δεκαετία του 1950 και του 1980. Πόση ιστορική έρευνα χρειάστηκε για την αναπαράσταση αυτών των εποχών;
Στην πραγματικότητα, δεν προσπαθήσαμε να αναπαραστήσουμε την ιστορία με απόλυτη ακρίβεια. Δεν πρόκειται για μια ιστορική ταινία. Το Ναγκασάκι της δεκαετίας του 1950 παρουσιάζεται μέσα από τη μνήμη, και η μνήμη δεν είναι ποτέ απολύτως πιστή. Πρέπει να μοιάζει ελαφρώς διαφορετική από την πραγματικότητα.
Φυσικά, δώσαμε μεγάλη προσοχή στα κοστούμια και είχαμε την τύχη να συνεργαστούμε με υπέροχες ηθοποιούς, που μπορούσαν να δώσουν σε αυτά τα ρούχα φωτεινά, ζωντανά και αισιόδοξα χρώματα.
Το ίδιο το Ναγκασάκι είναι επίσης πολύ πιο φωτεινό μέρος απ’ όσο φαντάζονται πολλοί άνθρωποι. Πάντα είχα την εντύπωση ότι μοιάζει πολύ με τη Λισαβόνα. Είναι μια πόλη με λόφους, περιτριγυρισμένη από τη θάλασσα, με ζεστούς, ανοιχτούς ανθρώπους που αγαπούν τη μουσική.
Όταν οι άνθρωποι ακούν το όνομα «Ναγκασάκι», σκέφτονται αμέσως την ατομική βόμβα. Όμως αυτή δεν είναι ολόκληρη η ιστορία. Ειδικά όταν μιλάμε για τη δεκαετία του 1950, δεν πιστεύω ότι το Ναγκασάκι πρέπει να παρουσιάζεται ως μια γκρίζα και σκοτεινή πόλη. Νομίζω ότι πρέπει να αποπνέει χρώμα και ζωή.
Κοιτάζοντας μπροστά, μετά τη διασκευή ενός μυθιστορήματος κάποιου άλλου συγγραφέα, σκέφτεστε να επιστρέψετε σε πρωτότυπα σενάρια; Ή σας αρέσει η διαδικασία να ανακαλύπτετε λογοτεχνικά έργα που σας αγγίζουν και να τα μεταφέρετε στον κινηματογράφο;
Έχω ήδη αρκετά πρωτότυπα πρότζεκτ που βρίσκονται σε εξέλιξη. Στάθηκα τυχερός γιατί όλα αυτά τα χρόνια συνεργάστηκα με πολλούς εξαιρετικούς συγγραφείς και τώρα είχα ακόμη και την ευκαιρία να συνεργαστώ με έναν νομπελίστα. Μετά από αυτή την εμπειρία, νομίζω ότι θα ήθελα να αφιερώσω περισσότερο χρόνο στα δικά μου πρωτότυπα έργα.
Η ταινία Αχνή Θέα των Λόφων κυκλοφορεί στις αίθουσες από το Cinobo. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του ‘25 στο φεστιβάλ Καννών.