Γιατί τα προβιοτικά δεν είναι η λύση για προβλήματα στο έντερο

Διαβάζεται σε 7'
Προβιοτικά σε κάψουλες
Προβιοτικά σε κάψουλες iStock

Ειδικοί εξηγούν γιατί οι φυτικές ίνες και οι τροφές σε ζύμωση ωφελούν περισσότερο το μικροβίωμα από ένα ακόμη συμπλήρωμα διατροφής.

Το ανθρώπινο έντερο φιλοξενεί τρισεκατομμύρια βακτήρια, ιούς και άλλους μικροοργανισμούς, που συνθέτουν ένα πολύπλοκο οικοσύστημα με καθοριστικό ρόλο για την υγεία μας.

Όπως γράφει στη Washington Post ο Anahad O’Connor, το λεγόμενο εντερικό μικροβίωμα δεν επηρεάζει μόνο την πέψη.

Αλλά παράλληλα συμμετέχει στη ρύθμιση του μεταβολισμού και της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος, ενώ συνδέεται επίσης με τις ορμόνες, την καρδιαγγειακή υγεία, την όρεξη και τη λειτουργία του εγκεφάλου.

Η φροντίδα του μικροβιώματος έχει, επομένως, ουσιαστική σημασία. Το ερώτημα είναι με ποιον τρόπο μπορεί κανείς πράγματι να το ενισχύσει.

Συμπληρώματα προβιοτικών

Νέα έρευνα δείχνει ότι πολλοί καταναλωτές στρέφονται όλο και περισσότερο στα συμπληρώματα προβιοτικών, χωρίς όμως να υπάρχουν αντίστοιχα ισχυρές ενδείξεις ότι αυτή είναι η καλύτερη επιλογή για έναν υγιή άνθρωπο.

Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Clinical Gastroenterology and Hepatology έδειξε ότι το ποσοστό των Αμερικανών άνω των 20 ετών που χρησιμοποιούν προβιοτικά συμπληρώματα υπερτριπλασιάστηκε από το 2009 έως το 2023.

Από λίγο κάτω από το 2% του πληθυσμού, έφτασε περίπου στο 7%. Αύξηση καταγράφηκε και στις μικρότερες ηλικίες.

Παρότι τα ποσοστά αυτά παραμένουν σχετικά χαμηλά σε απόλυτους αριθμούς, η μεταβολή είναι σημαντική, σύμφωνα με τον Chris Damman, γαστρεντερολόγο και ειδικό στο μικροβίωμα στο University of Washington Medical Center, ο οποίος δεν συμμετείχε στη συγκεκριμένη έρευνα.

Την ίδια στιγμή, όμως, η κατανάλωση τροφών πλούσιων σε φυτικές ίνες και τροφών που έχουν υποστεί ζύμωση δεν αυξήθηκε ουσιαστικά.

Και εκεί ακριβώς βρίσκεται, σύμφωνα με τους ειδικούς, το παράδοξο: ενώ πολλοί στρέφονται σε ένα συμπλήρωμα για να βοηθήσουν το έντερό τους, συχνά παραμελούν τις τροφές που μπορούν πραγματικά να «θρέψουν» το μικροβίωμά τους.

Οι φυτικές ίνες είναι το «καύσιμο» του μικροβιώματος

Ένας από τους πιο απλούς τρόπους να υποστηρίξει κανείς την υγεία του εντέρου είναι να καταναλώνει τροφές που ευνοούν τους μικροοργανισμούς που ήδη ζουν σε αυτό.

Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν τα φρούτα, τα λαχανικά, τα όσπρια, οι ξηροί καρποί, οι σπόροι και τα δημητριακά ολικής άλεσης, δηλαδή τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες.

Ο ανθρώπινος οργανισμός δεν διαθέτει τα κατάλληλα ένζυμα για να διασπάσει το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ινών. Έτσι, οι φυτικές ίνες περνούν σχεδόν άθικτες μέσα από το πεπτικό σύστημα μέχρι να φτάσουν στο παχύ έντερο.

Εκεί αναλαμβάνουν τα μικρόβια του εντέρου. Τα βακτήρια μεταβολίζουν τις φυτικές ίνες και παράγουν, μεταξύ άλλων, λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου, ενώσεις που θεωρούνται ιδιαίτερα ωφέλιμες για τον οργανισμό.

Οι ενώσεις αυτές έχουν συνδεθεί με μείωση της φλεγμονής, καλύτερο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα και ενεργοποίηση ορμονών που συμβάλλουν στον κορεσμό.

Ανάλογο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι τροφές που έχουν υποστεί ζύμωση, όπως το γιαούρτι, το κεφίρ, το κίμτσι και το ξινολάχανο. Οι τροφές αυτές περιέχουν ζωντανούς μικροοργανισμούς, οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν ευνοϊκά τη σύνθεση του μικροβιώματος.

Μελέτες έχουν δείξει ότι η κατανάλωση φυτικών τροφών πλούσιων σε ίνες, σε συνδυασμό με τρόφιμα ζύμωσης, μπορεί να αυξήσει την ποικιλομορφία του εντερικού μικροβιώματος.

Η ποικιλομορφία αυτή θεωρείται σημαντική, καθώς ένα πλούσιο μικροβιακό οικοσύστημα βοηθά να περιορίζεται η ανάπτυξη επιβλαβών παθογόνων, ενώ έχει συνδεθεί με μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης χρόνιων παθήσεων, όπως ο διαβήτης τύπου 2 και η υπέρταση.

Τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν τα προβιοτικά

Τα προβιοτικά συμπληρώματα κυκλοφορούν σε κάψουλες, χάπια, σκόνες ή ακόμη και ζελεδάκια και περιέχουν επίσης ζωντανούς μικροοργανισμούς.

Η βασική διαφορά είναι ότι συνήθως περιέχουν υψηλές συγκεντρώσεις ενός περιορισμένου αριθμού βακτηριακών στελεχών, σε αντίθεση με την πολύ μεγαλύτερη ποικιλία που μπορεί να προσφέρει η διατροφή.

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες συγκεκριμένα προβιοτικά στελέχη φαίνεται ότι έχουν όφελος. Για παράδειγμα, ορισμένα μπορεί να συμβάλλουν στη μείωση του κινδύνου λοίμωξης από Clostridioides difficile σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιβιοτικά.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τα προβιοτικά έχουν την ίδια επίδραση σε όλους ούτε ότι βελτιώνουν κατ’ ανάγκην το μικροβίωμα ενός κατά τα άλλα υγιούς ανθρώπου.

Η Kira L. Newman, επίκουρη κλινική καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν και επικεφαλής της νέας μελέτης, επισημαίνει ότι τα συμπληρώματα μπορεί να προσφέρουν στους καταναλωτές την αίσθηση ότι κάνουν κάτι καλό για την υγεία τους, χωρίς αυτό να συνεπάγεται απαραίτητα και πραγματικό όφελος.

Όπως λέει χαρακτηριστικά, «για τους περισσότερους ανθρώπους, τα προβιοτικά μπορούν να δημιουργήσουν μια αίσθηση ότι παίρνουν την υγεία τους στα χέρια τους, χωρίς όμως να προσφέρουν αναγκαστικά το αποτέλεσμα που επιδιώκουν».

Αντίθετα, προσθέτει, είναι πολύ πιο σαφές τι γνωρίζουμε για τη διατροφή: «Ξέρουμε ότι τροφές όπως τα φρούτα, τα λαχανικά και τα δημητριακά ολικής άλεσης υποστηρίζουν ένα υγιές μικροβίωμα».

Ορισμένες μελέτες έχουν μάλιστα δείξει ότι τα προβιοτικά μπορεί, σε συγκεκριμένες συνθήκες, να μειώσουν την ποικιλομορφία του μικροβιώματος ή να προκαλέσουν ανεπιθύμητες μεταβολές.

Σε κλινική δοκιμή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, ενήλικες με μεταβολικό σύνδρομο έλαβαν επί 18 εβδομάδες ένα συμπλήρωμα που περιείχε διάφορα στελέχη βακτηρίων.

Τα αποτελέσματα δεν ήταν ίδια για όλους. Σε ορισμένους συμμετέχοντες βελτιώθηκαν η αρτηριακή πίεση και τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων. Σε άλλους, όμως, επιδεινώθηκαν τα επίπεδα του σακχάρου και της ινσουλίνης.

Το εύρημα αυτό υπογραμμίζει μια βασική δυσκολία: το μικροβίωμα κάθε ανθρώπου είναι διαφορετικό και δεν αντιδρά απαραίτητα με τον ίδιο τρόπο στο ίδιο προβιοτικό.

Η διατροφή παραμένει η πιο σταθερή επιλογή

Η Newman, η οποία ειδικεύεται στη θεραπεία ασθενών με φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, εξηγεί ότι αποφάσισε να μελετήσει το θέμα επειδή οι ασθενείς της τη ρωτούν συχνά αν πρέπει να λαμβάνουν προβιοτικά για να βελτιώσουν την υγεία του εντέρου τους.

Πολλοί, όπως παρατηρεί, είναι πρόθυμοι να πάρουν ένα συμπλήρωμα, αλλά πολύ λιγότερο πρόθυμοι να αλλάξουν τις διατροφικές τους συνήθειες.

Κι όμως, αυτό ακριβώς είναι που συνιστούν συστηματικά οι περισσότερες κατευθυντήριες οδηγίες.

«Οι περισσότερες οδηγίες που αφορούν τη γαστρεντερική υγεία και τις παθήσεις που σχετίζονται με το μικροβίωμα δεν συνιστούν προβιοτικά ως πάγια πρακτική», σημειώνει. «Αντίθετα, εκείνο που συνιστούμε σταθερά για πολλές παθήσεις είναι μια διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ολικής άλεσης».

Τα στοιχεία δείχνουν, πάντως, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι εξακολουθούν να καταναλώνουν πολύ λιγότερες φυτικές ίνες από όσες θα έπρεπε.

Στη μελέτη, η μέση ημερήσια πρόσληψη φυτικών ινών στους Αμερικανούς άνω των 20 ετών παρέμεινε περίπου στα 8,5 γραμμάρια ανά 1.000 θερμίδες, ενώ η συνιστώμενη ποσότητα είναι 14 γραμμάρια ανά 1.000 θερμίδες.

Παράλληλα, η κατανάλωση τροφών πλούσιων σε ζωντανούς μικροοργανισμούς, όπως το γιαούρτι, το κεφίρ, το ξινολάχανο, η κομπούχα και τα φρέσκα τυριά, αυξήθηκε μόνο ελάχιστα.

Ο Damman αναγνωρίζει ότι μια συνολική αλλαγή διατροφικών συνηθειών είναι σαφώς δυσκολότερη από την καθημερινή λήψη ενός χαπιού.

«Είναι πολύ πιο εύκολο να καταπιείς ένα χάπι», λέει. «Και τα προβιοτικά είναι ακριβώς αυτό: ένα χάπι ή μια κάψουλα που μπορείς εύκολα να πάρεις».

Ωστόσο, για τους περισσότερους ανθρώπους, η μεγαλύτερη ωφέλεια φαίνεται να προκύπτει από την ίδια τη διατροφή.

Η πρακτική συμβουλή του είναι απλή: περισσότερες διαφορετικές φυτικές τροφές, περισσότερες φυτικές ίνες και τακτική κατανάλωση τροφών ζύμωσης ή όπως το συνοψίζει ο ίδιος «τροφοδοτήστε τα καλά μικρόβια που βρίσκονται ήδη στο έντερό σας».

Στην πράξη, αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ποικιλία σε λαχανικά και φρούτα, συχνότερη κατανάλωση οσπρίων, ξηρών καρπών, σπόρων και δημητριακών ολικής άλεσης, αλλά και ένταξη τροφών όπως το γιαούρτι και το κεφίρ στην καθημερινή διατροφή.

Και δεν χρειάζεται να είναι μια ακριβή επιλογή. Φακές, μήλα, γλυκοπατάτες και πίτουρο βρώμης αποτελούν οικονομικές πηγές φυτικών ινών και μπορούν εύκολα να ενταχθούν στο καθημερινό τραπέζι.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ότι, για τους περισσότερους υγιείς ανθρώπους, η υγεία του εντέρου δεν εξαρτάται από ένα ακόμη συμπλήρωμα, αλλά κυρίως από το τι βάζουν καθημερινά στο πιάτο τους.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα