Όχι άλλο κάρβουνο!

Συζήτηση  και λήψη απόφασης, στην Ολομέλεια της Βουλής, επί της προτάσεως που κατέθεσαν ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κυριάκος Μητσοτάκης  και οι βουλευτές του κόμματός του, για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, σχετικά με τη διερεύνηση των αιτιών επιβολής τραπεζικής αργίας και κεφαλαιακών περιορισμών, υπογραφής του τρίτου Μνημονίου και ανάγκης νέας ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων, την Τρίτη 26 Ιουλίου 2016.
(EUROKINISSI/ΜΠΟΛΑΡΗ ΤΑΤΙΑΝΑ)
Συζήτηση και λήψη απόφασης, στην Ολομέλεια της Βουλής, επί της προτάσεως που κατέθεσαν ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κυριάκος Μητσοτάκης και οι βουλευτές του κόμματός του, για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, σχετικά με τη διερεύνηση των αιτιών επιβολής τραπεζικής αργίας και κεφαλαιακών περιορισμών, υπογραφής του τρίτου Μνημονίου και ανάγκης νέας ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων, την Τρίτη 26 Ιουλίου 2016. (EUROKINISSI/ΜΠΟΛΑΡΗ ΤΑΤΙΑΝΑ) EUROKINISSI

Αυτή η ιστορία με το ανέβασμα των τόνων στη Βουλή και την προκάτ κλωτσοπατινάδα για τηλεοπτική κατανάλωση, έχει παραγίνει και μόνο οι πρωταγωνιστές της δεν το αντιλαμβάνονται

Στις παλιές δραματικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, πάνω κάτω, το μοτίβο, ήταν πάντοτε το ίδιο: Υπήρχε ένας κακός και ένας καλός που σε όλη την διάρκεια του έργου συγκρούονταν και σε δεύτερο πλάνο ένα κορίτσι που αγαπούσε τον καλό, έτρεμε τον κακό και σκηνή παρά σκηνή έκλαιγε.

Επί περίπου μία ώρα ο κακός έπιανε τον καλό και τον πάταγε κάτω. Τον έδερνε, τον έκλεινε φυλακή, τον απέλυε και γενικά του έκανε τον βίο αβίωτο. Μετά όμως, γιατί πάντοτε υπήρχε και το μετά, το τελευταίο μισάωρο, ο καλός έπαιρνε το αίμα του πίσω. Ανταπέδιδε και με το παραπάνω το ξύλο, έβρισκε καλύτερη δουλειά ή αποκτούσε περιουσία, κέρδιζε και το κορίτσι και πήγαιναν βόλτα ή ανέβαιναν στο πάλκο και τραγουδούσαν για να πάνε κάτω τα φαρμάκια.

Εδώ και χρόνια όλοι σε αυτή τη χώρα γνωρίζουμε ότι αυτές οι ταινίες ανήκουν πλέον στο παρελθόν, είτε καθόμαστε να τις δούμε για χιλιοστή πρώτη φορά στην τηλεόραση είτε αλλάζουμε κανάλι. Αλλά περιέργως οι πρωτοκλασάτοι του πολιτικού μας κόσμου δεν το έχουν αντιληφτεί αυτό και προσπαθούν κάθε τόσο να τις νεκραναστήσουν σε συζητήσεις “κορυφής” στο Κοινοβούλιο.

Δεν αντιλαμβάνονται προφανώς ότι το έργο είναι χιλιοπαιγμένο, δεν κόβει πια εισιτήρια και ακόμα και οι οπαδοί δεν είναι διατεθειμένοι να δώσουν ευρώ ή... δραχμή για να το δουν σε ριμέικ. Γιατί η μεγάλη πλειονότητα γνωρίζει πλέον ότι τα πράγματα δεν είναι απλά και ενώ ζητάει λύσεις αντιλαμβάνεται ότι δεν τις βρει σε συζητήσεις χωρίς διακύβευμα και συγκρούσεις χωρίς “δια ταύτα”, όπου οι καλοί και οι κακοί εναλλάσσονται κατά πώς εναλλάσσονται οι ομιλητές στο βήμα.

Γιατί κανείς δεν δίνει βάση σε αυτό που καταγράφουν κάποια ρεπορτάζ με το κλισέ “Εκατέρωθεν εκτοξεύτηκαν κατηγορίες και χαρακτηρισμοί”. Και ουδείς παρακολουθεί πλέον αυτό το σίριαλ των αντεγκλήσεων σε υψηλούς τόνους για να εξοστρακιστεί η όποια ουσία και να καλυφτεί δια του θορύβου το έλλειμμά της.

Πώς να δώσουμε, για παράδειγμα, βάση στην αναφορά του Κ. Μητσοτάκη στις επιπτώσεις του 1ου εξαμήνου της κυβέρνησης Τσίπρα, όταν αναφέρει πως “η οικονομία βούλιαξε στην ύφεση, επιχειρήσεις έκλεισαν, εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους, το κράτος απώλεσε πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία, η διεθνής εικόνα της χώρας καταβαραθρώθηκε”;

Μέχρι τότε ζούσε αλλού; Πώς τα επτά χρόνια ύφεσης περιορίζονται ξαφνικά σε... 18 μήνες; Πώς δεν πήρε χαμπάρι τα αμέτρητα λουκέτα επιχειρήσεων που σημάδεψαν κάθε χρονιά, από το 2011 και δώθε; Πώς γίνεται να αγνοεί ότι το 2010 η ανεργία ήταν 11,8%, το 2012 23,1%, το 2014 -τότε που ήταν υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης- 27,8% (!) και σήμερα 24,9%;

Και εννοείται πως για την “απώλεια πολύτιμων περιουσιακών στοιχείων του κράτους”, που ήταν εγγεγραμμένη ευθύς εξαρχής στον οδικό χάρτη των μνημονίων, και τη “διεθνή εικόνα της χώρας” όλη αυτήν την επταετία, θα ήταν καλύτερο να μην είχε μιλήσει εκτός αν αποφάσιζε (και μπορούσε) να βάλει το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση δεν θα ήμασταν στο ίδιο έργο θεατές.

Κενός λόγος αλλά και κενός ο αντίλογος. Όταν υπάρχουν τόσα ζητήματα ουσίας στα οποία μπορείς να αναφερθείς δεν ενστερνίζεσαι τόσο πρόθυμα το σενάριο του αντίπαλου, όπως έκανε ο Τσακαλώτος. Γιατί τότε, ειρωνεία στην ειρωνεία, καταλήγεις να πεις και το αμίμητο: “Δεν μπορεί ένας άνθρωπος που έχει πάει στο Χάρβαρντ να αποκαλεί τον πρωθυπουργό τυχοδιώκτη και κατά συρροή ψεύτη”.

Δηλαδή, εάν είχε πάει στο Πολυτεχνείο ή το ΑΠΘ θα μπορούσε;

*Ο Βαγγέλης Δεληπέτρος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

SHARE: