Το τελευταίο δρομολόγιο της Ντάνι

Το τελευταίο δρομολόγιο της Ντάνι

Φαίνεται πως αυτή η (μεγάλη) καρδιά, που είχε αντέξει πολλά για 62 χρόνια μιας δύσκολης ζωής, αυτή τη φορά δεν άντεξε

Πληροφορήθηκα την τραγική είδηση νωρίς το πρωί του Σαββάτου από συνάδελφό της στο δήμο Ζωγράφου: «Μια κοπέλα (σ.σ. γιατί σαν ένα μικρό, πάντα χαμογελαστό, κορίτσι την αντιμετώπιζαν όλοι παρά τα 62της χρόνια), εργάτρια στην καθαριότητα έπαθε έμφραγμα και πέθανε», μου είπε.

Μπροστά μου ήρθε η εικόνα των βουνών σκουπιδιών που, μετά από 11 ημέρες απεργίας, είχαν κατακλύσει τους στενούς δρόμους της γειτονιάς των παιδικών μου χρόνων. Της αραιοκατοικημένης γειτονιάς που τη δεκαετία του 1970 ο Δημήτρης Μπέης μοίραζε τις, πρωτοπόρες τότε, πλαστικές σακούλες, αλλά τώρα που έχει κατοικηθεί κάθε τετραγωνικό της μέτρο, δεν έχει χώρο όχι για τις γεμάτες με σκουπίδια σακούλες και τα δεκάδες χιλιάδες παρκαρισμένα αυτοκίνητα αλλά ούτε για τους ίδιους τους κατοίκους της.

Μου ήρθε η εικόνα της μικρόσωμης, εύθραυστης αλλά πάντα πρόθυμης Ντανιέλας Πρελορέντζου να μαζεύει την Πέμπτη το μεσημέρι, κάθιδρη κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο των 45 και βάλε βαθμών Κελσίου, τα σκουπίδια της λαϊκής στην Γαλήνης και τα ξημερώματα της Παρασκευής να αδειάζει, μέσα σε μια πνιγηρή, σχεδόν άρρωστη ατμόσφαιρα, τα εκατοντάδες, ασφυκτικά γεμάτα, καλαθάκια από τους δρόμους της πόλης.

Και μετά το τέλος της βάρδιας να κάνει χαμογελώντας το σύνηθες τσιγάρο με τους συναδέλφους της και να παίρνει το μηχανάκι της για να επιστρέψει σπίτι, όπου βρίσκονταν τα τρία από τα τέσσερα αγαπημένα παιδιά της. Τα παιδιά της, που ήταν όλη της η ζωή: Η 16χρονη κόρη της, ο γιος της που την περίμενε για να πάνε μαζί το μοιραίο πρωί του Σαββάτου στο αεροδρόμιο για να ταξιδεύσει στη Ζάκυνθο, όπου θα συναντούσε τον πατέρα του και ο άλλος της ο γιος, ο μεγάλος της καημός, που ήταν Άτομο με Αναπηρία (ΑμεΑ).  

Είναι σαν την βλέπω τώρα μπροστά μου να ακούει να χτυπάει το τηλέφωνό της λίγες ώρες αργότερα και να την καλούν από την υπηρεσία της. Για να της ζητήσουν, αν και, όπως λέει ο ίδιος ο γιος της, είχε συνεννοηθεί να μην εργαστεί το πρωί του Σαββάτου για να τον πάει στο αεροδρόμιο, να βοηθήσει στη βραδινή βάρδια «για λίγες ώρες». Είναι σαν να ακούω το γιο της να της λέει: «Μάνα, μην πας, μου φαίνεσαι εξαντλημένη».

Αλλά κάτι η ευσυνειδησία της που δεν της επέτρεπε να λέει «όχι» στην υπηρεσία που της έδινε το πενιχρό αλλά μοναδικό εισόδημα που είχε για να ζήσει εκείνη και τα παιδιά της, κάτι η πίεση των όγκων των απορριμμάτων στη Δημοτική Αρχή-εργοδότη της και, άρα, και στην ίδια, την έκανε να πει αμέσως το (λάθος) «ναι».

Δεν ήξερε, δεν ήξερε κανείς ότι αυτό θα είναι το τελευταίο δρομολόγιό της με το μηχανάκι από το σπίτι της έως εκεί στο χώρο του δήμου, κάτω από το νεκροταφείο Ζωγράφου, απ’ όπου ξεκινούν τα απορριμματοφόρα τις διαδρομές τους στους δρόμους της πόλης. Έφτασε στην ώρα της, στις 12 τα μεσάνυχτα της Παρασκευής προς Σάββατο, κουρασμένη αλλά χαμογελαστή, όπως πάντα.

Είναι σαν την βλέπω να αστειεύεται με τους συναδέλφους της, να προλαβαίνει να πιει λίγο καφέ και να κάνει μισό τσιγάρο πριν ξεκινήσει η νυχτερινή βάρδια της, αυτή τη φορά ακόλουθος απορριμματοφόρου, αλλά να μην προλαβαίνει να προσφέρει και πάλι μ’ όλη την καρδιά, τις υπηρεσίες στον εργοδότη της και στους συμπολίτες της στου Ζωγράφου.

Και φαίνεται πως αυτή η (μεγάλη) καρδιά, που είχε αντέξει πολλά για 62 χρόνια μιας δύσκολης ζωής, αυτή τη φορά δεν άντεξε. Δεν άντεξε την πίεση της δουλειάς, δεν άντεξε τις δύσκολες συνθήκες της ανάμεσα στους όγκους των απορριμμάτων και τις ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες.

Ένας οξύς πόνος στο στήθος, σαν κραυγή για τα όσα δεν μπορούσε πια ν’ αντέξει. Και η πτώση. Η πτώση της 62χρονης Ντανιέλας Πρελορέντζου, μητέρας τεσσάρων παιδιών, μαχήτριας της ζωής. Η πτώση της αγαπημένης Ντάνι των συναδέλφων της, που, δυστυχώς, έμελε να είναι οριστική.

Καλό ταξίδι Ντάνι!

Όλοι εμείς, είτε σε γνωρίσαμε νωρίς είτε τώρα που είναι πια αργά, σου υποσχόμαστε ότι θα κάνουμε ότι χρειαστεί για όσα εσύ θα ήθελες: Για να αποδώσουμε ευθύνες εκεί που υπάρχουν, για να τιμήσουμε τη μνήμη μιας δύσκολης αλλά απολύτως αξιοπρεπούς ζωής και, κυρίως, για ότι άφησες πίσω σου. Για εκείνη την σπαρακτική κραυγή στους δρόμους της πόλης που πέθανες για να μείνει καθαρή. Εκείνη την σπαρακτική κραυγή του μεγάλου σου καημού, όταν έμαθε ότι δεν θα καταφέρεις πότε να τον ξαναγκαλιάσεις τρυφερά: «Μαμάααα»…..

*O Χρίστος Βούζας είναι δημοσιογράφος και διευθυντής της, βραβευμένης από το Ίδρυμα Μπότση, ιστοσελίδας aftodioikisi.gr, της οποίας είναι και ιδρυτής.

SHARE: