Η ρουλέτα ΣΥΡΙΖΑ και οι αυτονόητες δεσμεύσεις της Ν.Δ.

Η ρουλέτα ΣΥΡΙΖΑ και οι αυτονόητες δεσμεύσεις της Ν.Δ.

Το πρόβλημα για τον κ. Μητσοτάκη, το κόμμα του, και κυρίως για τη χώρα, είναι ότι, διανύουμε εποχή του επιδερμικού εντυπωσιασμού, ικανού, πάντως, να δημιουργήσει θόρυβο.

Σε όλη τη μεταπολίτευση, οι υποψήφιοι για την πρωθυπουργία της χώρας διεκδικούσαν την εκλογή τους προβάλλοντας (ή προτάσσοντας, μεταξύ άλλων) μία, δύο ή περισσότερες παροχές.

Από τον κανόνα ξέφυγε εν μέρει ο Κων. Καραμανλής ο νεότερος τη δεύτερη φορά που ζήτησε την εμπιστοσύνη των πολιτών (2007), όταν υπό τον απτό κίνδυνο κατάρρευσης των δημόσιων οικονομικών, αναγκάστηκε να διεκδικήσει την επανεκλογή του για να εφαρμόσει τα «δύσκολα πλην αναγκαία».

 Ο δεύτερος που σε σημαντικό βαθμό δεν ακολουθεί την μεταπολιτευτική πεπατημένη είναι ο Κυρ. Μητσοτάκης, ο οποίος αντιστέκεται σθεναρώς στις σειρήνες και παρ’ότι βρισκόμαστε «ούτε» δύο εβδομάδες πριν από τις Ευρωεκλογές – πρόκριμα για τις εθνική κάλπη- δεσμεύεται αποκλειστικά  για το αυτονόητο :  Δηλαδή, για μείωση της φορολογίας ως προϋπόθεση ανάταξης και επαναφοράς της χώρας σε τροχιά ανάπτυξης.  Αποφεύγει, δε, συστηματικά,  κάθε εξαγγελία που ηχεί μεν ευχάριστα στα ώτα των πολλών, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα κατορθώσει να υλοποιήσει μετεκλογικά, κι αν το πράξει, πιθανότατα δεν βγει σε καλό της χώρας. Μερικές φορές, μάλιστα, το πράττει με τρόπο που, προφανώς εν γνώσει του, ενέχει μεγάλο εκλογικό ρίσκο.

Λογικά, βέβαια, αυτή η επιλογή του φαίνεται να επιβραβεύεται από τους ψηφοφόρους που έχουν κουραστεί από τα πυροτεχνήματα και όπως αποδείχθηκε πολλάκις στο παρελθόν, εξαιρετικά επώδυνα για το μέλλον τους ταξίματα και τους προεκλογικές μπουναμάδες. Αλλωστε, το σταθερό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας έναντι του ΣΥΡΙΖΑ τους τελευταίους πολλούς μήνες, επιβεβαιώνει ότι κάτι μάθαμε από τη επώδυνη εμπειρία των μνημονίων και κυρίως από τη συνειδητοποίηση ότι μαγικά ραβδιά υπάρχουν μόνο στα (παιδικά) παραμύθια.

Το πρόβλημα για τον ίδιο, το κόμμα του, και κυρίως για τη χώρα, είναι ότι ταυτόχρονα με την ωρίμανση της κοινωνίας ( σε όποιο βαθμό και σε όποια βάθος ), διανύουμε εποχή της ατάκας και επιδερμικού εντυπωσιασμού, ικανού, πάντως, να δημιουργήσει θόρυβο.

Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε διάστημα ολίγων ημερών, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και οι επιτελείς του αναγκάστηκαν να αποσαφηνίσουν τα αυτονόητα όπως π.χ, ότι δεν προωθεί την εργασία επτά ημερών, ότι δεν σχεδιάζει κατάργηση της οκτάωρης εργασίας κ.ά.

Τι είπε επί λέξει: «Μερικές φορές το να δώσουμε τη δυνατότητα σε μία γυναίκα να δουλεύει από το σπίτι της, είναι καλό, δεν είναι κακό. Μπορεί να πηγαίνει κόντρα στην παραδοσιακή εργασία οκτώ ώρες, πέντε μέρες την εβδομάδα, αλλά είναι καλό. Όπως και όταν μία επιχείρηση, αναφέρω συγκεκριμένα παραδείγματα, συμφωνεί με επιχειρησιακή σύμβαση να πάει από πενθήμερο σε επταήμερο με τη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων και με πολύ καλύτερες αμοιβές από ότι θα είχαν οι εργαζόμενοι πριν και με αυξημένα δικαιώματα και συμφωνούν τα δύο μέρη».

Και το είπε αυτό, έχοντας κατά νου την περίπτωση του εργοστασίου «Παπαστράτος»,  η διοίκηση του οποίου  έκανε μια τέτοια επιχειρησιακή συμφωνία, σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι απασχολούνται λιγότερες ώρες κάθε εβδομάδα, χωρίς να μειωθούν τα εισοδήματά τους, που σαφώς βρίσκονται πάνω από το μέσο όρο στον κλάδο τους. Η συμφωνία βασίζεται σε ένα σύστημα κυλιόμενων βαρδιών, με τέσσερις ημέρες 8ωρης εργασίας ακολουθούμενο από δύο ημέρες ανάπαυσης, εξασφαλίζοντας σε κάθε εργαζόμενο επιπλέον 18 ημέρες άδειας το χρόνο, μειώνοντας τον μέσο χρόνο εργασίας σε 37,3 ώρες την εβδομάδα (αντί για 40), διατηρώντας παράλληλα το ίδιο επίπεδο μισθών.

Το ακόμα πιο εντυπωσιακό – σε σχέση με την μετέπειτα επιθετική ρητορική της κυβέρνησης είναι ότι η  σύμβαση αυτή έγινε επί  υπουργίας  Εφης Αχτσιόγλου, ενώ ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε επισκεφτεί τον Αύγουστο του 2017 το εργοστάσιο «Παπαστράτος» ( λίγο πριν τη ΔΕΘ ) και είχε μιλήσει  για την πολιτική της κυβέρνησης στα εργασιακά που θα ακύρωνε τον εργασιακό μεσαίωνα.

Αλλά εδώ ισχύει το λέγε λέγε κάτι θα μείνει. Και σίγουρα – τουλάχιστον σε ένα τμήμα του εκλογικού σώματος – θα περάσει εντελώς απαρατήρητο ότι η μακρά διακαναλική συνέντευξη του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Μητσοτάκη δεν περιείχε ίχνος μεγαλοστομίας και  καμία ανεδαφική προεκλογική υπόσχεση. Ηταν μία παρέμβαση που κινούνταν και απευθύνονταν στην κοινή λογική έχοντας στόχευση την προσγείωση σε μία σύγχρονη κανονικότητα. Όχι την επιστροφή στην προ των μνημονίων «κανονικότητα». Αυτή, ουδείς σκεπτόμενος, «παθών», πολίτης επιθυμεί.

SHARE:

24Media Network