"Πέος είναι, δεν είναι ηλιοβασίλεμα"- Είδαμε την 2η σεζόν του White Lotus
ΝΕΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

"Πέος είναι, δεν είναι ηλιοβασίλεμα"- Είδαμε την 2η σεζόν του White Lotus

Η 2η σεζόν του πολυβραβευμένου White Lotus ξεκινά αυτή την Κυριακή. Εμείς είδαμε τα πρώτα 5 επεισόδια και δίνουμε μια πρώτη γεύση.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι ιστορίες σε τουριστικά θέρετρα, και για την ακρίβεια ιστορίες με μια υπαρξιακή προσέγγιση, άρχισαν να εμφανίζονται συχνά τα τελευταία χρόνια. Από το Old του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν ως το πρώτο White Lotus και μέχρι το μεταφυσικό σασπένς της υποτιμημένης σειράς The Resort, αναπτύχθηκε από πολλαπλές γωνίες η ιδέα του Παραδείσου ως ένας απλός χώρος αναμονής για την κόλαση, εκεί όπου αναμετρώμαστε οριστικά με τον εαυτό.

Οι λόγοι ήταν και πρακτικοί φυσικά. Στην περίπτωση του White Lotus, το ΗΒΟ σε απεγνωσμένη αναζήτηση πρωτογενούς υλικού σε μια περίοδο όπου όλες οι παραγωγές είχαν φρενάρει, ουσιαστικά έβαλε τον δημιουργό της σειράς Μάικ Γουάιτ να γράψει ένα σόου καραντίνας. Μία τοποθεσία, ένα «κλειστό» καστ, κι ό,τι προκύψει.

Η πρακτική αναγκαιότητα (τους) με την πνευματική αναγκαιότητα (μας) κάπως κατάφεραν να συναντηθούν, και το White Lotus έγινε μίνι φαινόμενο. Μια από τις καλύτερες σειρές της τελευταίας διετίας και μια αρκετά ποιητικών διαθέσεων αναζήτηση ταυτοτήτων και θέσης στον κόσμο, σε ένα σκηνικό (λίγο ως πολύ) σύγχρονης αποικιοκρατίας. Με λευκούς πλούσιους να αράζουν σε έναν εξωτικό (καταπατημένο) παράδεισο, έχοντας στην υπηρεσία τους ιθαγενείς δίχως πολλές άλλες διεξόδους ή επιλογές.

«Ο ΜΑΪΚ ΓΟΥΑΪΤ ΠΑΡΑΤΗΡΕΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΟΠΩΣ ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ»

Francesco Zecca (left), Leo Woodall, Tom Hollander, Jennifer Coolidge and Haley Lu Richardson in The White Lotus.
Francesco Zecca (left), Leo Woodall, Tom Hollander, Jennifer Coolidge and Haley Lu Richardson in The White Lotus. FRANCESCO ZECCA (LEFT), LEO WOODALL, TOM HOLLANDER, JENNIFER COOLIDGE AND HALEY LU RICHARDSON IN THE WHITE LOTUS.

Ο Μάικ Γουάιτ κράτησε αυτές τις ιδέες στο φόντο, φέρνοντας σε πρώτο πρόσωπο μερικές από τις πιο διασκεδαστικές, ή θλιμμένες, αλλά πάντως μονίμως συναρπαστικές, διαπροσωπικές ιστορίες της πρόσφατης τηλεόρασης. Η Τζένιφερ Κούλιτζ, που κέρδισε Έμμυ για τον breakout ρόλο της στη σειρά, μου είχε πει για τον Γουάιτ:

«Ο Μάικ παρατηρεί ανθρώπους όπως κανένας άλλος. [...] Δεν του ξεφεύγει τίποτα. Δεν ακούει απλά. Είναι σπουδαίος στο να πιάνει τον διάλογο του τι λέει κάποιος αλλά επίσης και στο να φτάνει στον πυρήνα του ποιος είναι ο κάθε άνθρωπος, και τι σκέφτεται, που πολλές φορές δεν ταιριάζει με το τι βγαίνει από το στόμα του. Έχει μια πολύ καθαρή ματιά στο να κατανοεί την ανθρώπινη φύση και το πώς λειτουργούν οι άνθρωποι».

Πράγματι, αυτή του η ικανότητα είναι εμφανέστατη και στον πολυαναμενόμενο 2ο κύκλο επεισοδίων της σειράς. Όπου η αλλαγή σκηνικού σαφώς κι έχει επίδραση στο τι ακριβώς είδος ιστορίας είναι αυτή που παρακολουθούμε, όμως είναι και πάλι ένα τρομερά εθιστικό, απίστευτα παρακολουθήσιμο τηλεοπτικό σόου χαρακτήρων γεμάτο δράμα και χιούμορ και πνευματικότητα– αν είχα 100 ώρες της σειράς στη διάθεσή σου, θα είχα δει 100 ώρες απνευστί, απλώς και μόνο επειδή τα επίπεδα των χαρακτήρων, το παιχνίδι μεταξύ τους, οι διαρκείς μεταβολές στις δυναμικές τους, αλλά κι η πνευματώδης γραφή του Γουάιτ, κάνουν αυτό τον κόσμο καθηλωτικό. Αλλά ξέρετε, με έναν εντελώς τσιλ και χαλαρό τρόπο.

Είμαστε λοιπόν τώρα στην Ευρώπη, στην Ιταλία συγκεκριμένα. Σε ένα θέρετρο στη Σικελία, μια νέα φουρνιά θαμώνων καταφθάνει για μία εβδομάδα. Ανάμεσά τους είναι κι η Τζένιφερ Κούλιτζ, που επιστρέφει μετά την 1η σεζόν ως ο μόνος σύνδεσμος ανάμεσα σε δύο σεζόν που στην πραγματικότητα δεν μοιράζονται κανένα αφηγηματικό στοιχείο. Θα μπορούσε να είναι απλώς μια σειρά ανθολογίας με την Κούλιτζ να επιστρέφει σε κάποιο άλλο ρόλο (το λεγόμενο «Ράιαν Μέρφι τρικ»). Στη 2η σεζόν δεν είναι αναντικατάστατη η παρουσία της, αλλά από την άλλη τη βλέπουμε να καβαλάει μια μικροσκοπική βέσπα στα ανεμοδαρμένα σικελικά βουνά, οπότε είναι κι αυτό κάπως αναντικατάστατο.

Το βάρος όμως πέφτει στους νέους επισκέπτες, που λίγο ως πολύ απλώνονται σε δύο βασικά στόρι. Ο Μάικλ Ιμπεριόλι των Sopranos (που μυστηριωδώς δεν έχει κάνει καμία αξιοσημείωτη καριέρα μετά τη σειρά του ΗΒΟ) είναι ένας πετυχημένος παραγωγός που ταξιδεύει μαζί με τον γιο και τον πατέρα του με απώτερο σκοπό να έρθει σε επαφή με τους τόπους της οικογένειάς του. Σε αυτή τη 2η σεζόν, αφήνοντας πίσω τον εγκλεισμό της 1ης, ο Γουάιτ ομολογουμένως δίνει το κάτι παραπάνω, ταξιδεύοντας διαρκώς σε μικρά χωριά και πόλεις γύρω από το ξενοδοχείο, κάτι που μέσα κι από την αναζήτηση του Ιμπεριόλι υπογραμμίζει ένα βασικό μοτίβο αυτής της νέας ιστορίας: Τη σχέση μας με τον χώρο (μας), και κατ’έπέκταση με τον εαυτό μας.

Ο γιος του Ιμπεριόλι μπλέκει με μια κοπέλα που γνωρίζει εκεί, την οποία παίζει η πάντα σπουδαία (και σπουδαία μόνο σε σπουδαία πράγματα) Χέιλι Λου Ρίτσαρντσον του After Yang και του Edge of Seventeen. Ο πατέρας του είναι ο Φ. Μάρεϊ Άμπραχαμ και μπλέκει βασικά με τους πάντες επειδή δεν έχει τακτ ή/και φίλτρο. Ο ίδιος; Δε θα πούμε με τι είναι μπλεγμένος αυτό, αλλά ας πούμε ότι δίνει ώθηση σε όλη τη σεζόν.

ΟΜΠΡΕΪ ΠΛΑΖΑ, Η MVP ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΣΕΖΟΝ

Σε παραδιπλανά δωμάτια, έχουμε δύο φιλικά ζευγάρια, το ένα πιο οικονομικά και επαγγελματικά πετυχημένο, το άλλο πιο φαινομενικά τέλειο, ζώντας χαλαρά και ελεύθερα. Εδώ είναι που συναντάμε και το πιο συναρπαστικό στοιχείο της σεζόν, δηλαδή την Όμπρεϊ Πλάζα, που παίζει την κοπέλα του ενός ζευγαριού κι η οποία αρχικά εμφανίζεται ως υπέρ του δέοντος συγκροτημένη και προσεκτική. Μια σειρά από συναντήσεις και περιπέτειες σε διαδοχικά επεισόδια έχουν αποτέλεσμα η Χάρπερ (της Πλάζα) να μεταβάλλει διαρκώς –κι ας μην το καταλαβαίνει– τον τρόπο που αντιμετωπίζει τη ζωή, τον εαυτό της, τους φίλους της.

Πρόκειται για κέντημα– δεν υπάρχουν δύο σερί επεισόδια όπου ο χαρακτήρας της Πλάζα να μένει στάσιμος. Και προσοχή, δεν μιλάμε εδώ για «εξελίξεις πλοκής» ή τίποτα τέτοιο. Δεν της συμβαίνουν διαρκώς εξωγενή πράγματα. Αντιθέτως, μια κίνηση ενός άλλου άντρα, μια συζήτηση που την πετυχαίνει στο αδύνατο σημείο, μια συνάντηση, μια βραδιά σε ένα εκτός προγράμματος μέρος– όλα παίζουν το ρόλο τους ώστε η Χάρπερ να ξεκλειδώνει διαρκώς πράγματα μέσα της. Η δε Όμπρεϊ Πλάζα παίζει διαρκώς σε άλλα επίπεδα καθώς σκαλίζει λίγο-λίγο και το αυστηρό της πρόσωπο. Είναι μια εκπληκτική ερμηνεία μικρών και μεγάλων συμπεριφορικών δειγμάτων, όπου χρησιμοποιεί όλη της την αύρα, κάθε της βλέμμα, κάθε ανεπαίσθητη μετατόπιση για να πει την ιστορία.

Όλοι όμως λίγο πολύ είναι εδώ για μια τέτοια αναζήτηση, για υπαρξιακές αφυπνίσεις, για πνευματικά ταρακουνήματα. Α, και για πολύ σεξ. Και για αλκοόλ. Για πολύ αλκοόλ. Βασικά για αλκοόλ που ρέει σα μην έχει τέλος.

Photograph by Fabio Lovino/HBO
Aubrey Plaza, Will Sharpe, Theo James, Meghann Fahey
HBO
The White Lotus
Season 2 - Episode 1
Photograph by Fabio Lovino/HBO Aubrey Plaza, Will Sharpe, Theo James, Meghann Fahey HBO The White Lotus Season 2 - Episode 1 @FABIOLOVINO

Τον τόνο δίνει το remix της μουσικής των τίτλων αρχής που συνοδεύεται από τις άγριες λεπτομέρειες ενός πολύ πιο ωμού πίνακα από εκείνον της 1ης σεζόν. Λεπτομέρειες σεξ, βίας και εκφράσεων έκπληξης κάτω από ένα μεθυστικό beat, κάτι που περιγράφει ιδανικά τον τόνο του νέου κύκλου. Η βία μπορεί να μην είναι τόσο παρούσα προς το παρόν (έγιναν διαθέσιμα τα 5 από τα 7 επεισόδια της σεζόν, οπότε υπάρχουν πολλά ερωτηματικά πάνω στο ευρύτερο στόρι και θεώρημα της ολοκληρωμένης ιστορίας) όμως με δεδομένη την εναρκτήρια σκηνή της σεζόν, η απειλή θα πλανάται διαρκώς σαν σύννεφο πάνω από αυτούς τους χαρακτήρες– που σαν να περιμένουν να κριθούν ή να λυτρωθούν, ξυπνούν και κοιμούνται επαναλαμβάνοντας μέρες, διαδικασίες ώσπου κάτι επιτέλους να μετακινηθεί μέσα τους.

Κι αν αυτή η εκπληκτική ισορροπία ανάλαφρου και στοχαστικού της 1ης σεζόν είναι δύσκολο να επιτευχθεί ξανά, η 2η αποδεικνύεται και πάλι εκπληκτικά γραμμένη και παιγμένη τηλεόραση χαρακτήρων, με τρομερή έφεση στην αποτύπωση εσωτερικών καταστάσεων μέσα από γλέντι, χιούμορ, δράμα, αλλά ακόμα και σιωπές. Που εξερευνά με πολυεπίπεδο και ποτέ προφανή τρόπο, μια πλειάδα από σεξουαλικές και συναισθηματικές δυναμικές, έρωτες, εναλλαγές ισχύος, προδοσίες, ψέματα, εθισμούς και ανθρώπινες αδυναμίες και πάθη. Ο Μάικ Γουάιτ είναι πράγματι ένας εντυπωσιακός παρατηρητής ανθρώπινων συμπεριφορών, πολύ σωστά τα λέει η Τζένιφερ Κούλιτζ.

Και μπορώ να το επιβεβαιώσω αυτό τόσο ως θεατής του White Lotus αλλά και ως φαν του αμερικάνικου Survivor όπου συμμετείχε και σχεδόν κέρδισε μια σεζόν (ο θρύλος λέει πως έχασε επίτηδες τον τελικό): Ο τρόπος που κινείτο ανάμεσα σε διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, πάντα εμφανής αλλά πάντα σιωπηλός, γνωρίζοντας πάντα πώς πρέπει να φερθεί, γνωρίζοντας πάντα τι έχει να πάρει και να δώσει στον καθένα, υπογραμμίζει αυτό του το ταλέντο για αφουγκρασμό. Έμοιαζε να ήξερε ανά πάσα στιγμή τι ήθελαν όλοι γύρω τους, ποιες οι ανάγκες τους. (Υπάρχει μια αληθινή Survivor legend που κάνει cameo στο ξεκίνημα της σειράς, οι τρου φανς θα χοροπηδήξουν από ενθουσιασμό.)

«ΠΕΟΣ ΕΙΝΑΙ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ!»

Γι’αυτό και τελικά, αυτό το φορμάτ ιστορίας του ταιριάζει τόσο πολύ. Άσε μια ντουζίνα μπερδεμένους, πληγωμένους ανθρώπους σε ένα μέρος, και παρακολούθα τους καθώς αρχίζουν να αναζητούν πράγματα που ούτε καν ήξεραν πως είχαν ανάγκη. Το κάνει τόσο καλά και το καστ του είναι τόσο άψογο, που ειλικρινά αν υπήρχαν 100 ώρες, θα παρακολουθούσα αδιαμαρτύρητα 100 ώρες.

Εκτός από την Πλάζα που είναι το προφανές standout αυτή τη φορά, είναι αρκετά ακόμη μέλη του καστ που περνάνε φανταστικά κι εμείς μαζί τους. Ο βραβευμένος με Όσκαρ Φ. Μάρεϊ Έιμπραχαμ παίζει τον πατέρα του Μάικλ Ιμπεριόλι και ζει την καλύτερη ζωή του σουλατσάροντας κάτω από τον ιταλικό ήλιο και εκστομίζοντας είτε κριντζ ατάκες με άγνοια κινδύνου, είτε φιλοσοφήματα στα όρια του iconic: «Και σιγά τα πέη, τι το όμορφο έχουν;», λέει κάποια στιγμή με απόλυτη φυσικότητα. «Πέος είναι, δεν είναι ηλιοβασίλεμα».

Ξεχωρίζει ακόμα η Μέγκα Φέιχι του Bold Type στο ρόλο μιας επιφανειακής συζύγου που σταδιακά αρχίζει να διαφαίνεται πως ίσως κρύβει πολύ περισσότερα μέσα της από όσα άφηνε να φανούν κι η ίδια. (Οι θεατές του Bold Type ορκίζονται στο όνομά της και διακηρύττουν πως «επιτέλους η Μέγκαν Φέιχι θα δείξει τι μπορεί να κάνει».) Ο Θίο Τζέιμς (The Time Traveller’s Wife) είναι φανταστικά ταιριαστός στο ρόλο του απάλευτου μπρο συζύγου, ενώ η Χέιλι Λου Ρίτσαρντσον κινείται με διακριτικότητα και χωρίς κορώνες σε έναν ενδιαφέροντα χώρο συναισθημάτων και αισθήσεων, καθώς κι η ίδια προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτό που ζητά.

Ακόμα κι ο Γουάιτ, δημιουργικά, φαίνεται να απολαμβάνει όλα όσα έχει στη διάθεσή του αυτή τη φορά. Δίχως περιορισμούς πανδημίας και λοκντάουν αυτή τη φορά, βρίσκει διαρκώς αφηγηματικές αφορμές για να επισκεφθεί διαφορετικές τοποθεσίας γύρω από το ξενοδοχείο που παραμένει πάντα κέντρο επιχειρήσεων. Γειτονικά χωριά, εμβληματικές βίλες, ακόμα και μια τοποθεσία με κινηματογραφική κληρονομιά χάρη στον Νονό του Κόπολα– οι ήρωες κι οι ηρωίδες δε μένουν ποτέ σε ακινησία, διαρκώς κινούνται και μετακινούνται.

Και είπαμε, πίνουν. Ασταμάτητα, σα να είναι νερό. Σα να είναι αέρας! Και κάνουν σεξ. Κάθε επεισόδιο τελειώνει με σεξ. (Κάποια ξεκινάνε κιόλας.) Υπάρχει μια αληθινή εσάνς διονυσιακής έκστασης κάτω από το κάλυμμα και τα προσωπεία, ακόμα κι αν αυτή η έκσταση είναι πιο υπαρξιακών διαστάσεων, ίσως πιο θλιμμένη, σίγουρα πιο γλυκόπικρη από όσο θα περίμενε κανείς. Σε αυτό τον εντυπωσιακό πίνακα, είναι και πάλι οι λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, είναι οι λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν την κρυμμένη αλήθεια του κομματιού.


Η 2η σεζόν του White Lotus ξεκινάει να προβάλλεται στην Ελλάδα στο Vodafone TV στις 30 Οκτωβρίου. Πέντε επεισόδια έγιναν διαθέσιμα για προβολή.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Σειρές, Τηλεόραση, κριτική, HBO