Α. Τάκης: Δεν θεωρούμε αυτονόητο ότι σε περιστάσεις κρίσης μια δημοκρατική πολιτεία μπορεί να μετατρέπεται σε νόμιμη δικτατορία

Α. Τάκης: Δεν θεωρούμε αυτονόητο ότι σε περιστάσεις κρίσης μια δημοκρατική πολιτεία μπορεί να μετατρέπεται σε νόμιμη δικτατορία
Εικόνα αρχείου Eurokinissi

Ο επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας και μεθοδολογίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ Ανδρέας Τάκης μιλά στο News 24/7 για το ζήτημα των δικαιωμάτων εν καιρώ πανδημίας και κρούει το κώδωνα του κινδύνου.

Λίγο πριν ανέβει στο διαδικτυακό βήμα για να μιλήσει σε ειδικό σεμινάριο στο πλαίσιο της σχετικής σειράς σεμιναρίων “Επόμενη Μέρα”, ο καθηγητής Ανδρέας Τάκης μίλησε στο News24/7 για τον πάντα ευαίσθητο θέμα των δικαιωμάτων, τον κίνδυνο που αυτά διατρέχουν εν καιρώ πανδημίας και τις δυνατότητες αντίδρασης που έχει η κοινωνία.

Σε ποιο σημείο παραβιάζονται τα ατομικά μας δικαιώματα με τα μέτρα εναντίον του κορονοϊού; Μήπως “αρέσει” στις κυβερνήσεις αυτού του είδους η παραβίαση;

Ότι τα ατομικά μας δικαιώματα περιορίζονται δραστικά ή και αναστέλλονται προσωρινά σε ορισμένες περιπτώσεις δεν χωρεί αμφιβολία. Αν όμως κατά κυριολεξία παραβιάζονται, αν δηλαδή αδικούν εμάς τους πολίτες ως αντισυνταγματικά, είναι ένα ζητούμενο. Και για το ζητούμενο αυτό γίνεται τον τελευταίο μια έντονη κουβέντα μεταξύ νομικών και ιδίως συνταγματολόγων. Μάλιστα, αντίστοιχες κουβέντες γίνονται παντού, σε Ευρώπη και Αμερική και η άνθρωποι που εμπλεκόμαστε στην “Επόμενη Μέρα” τις παρακολουθούμε ή και συμμετέχουμε.

Αυτό που δύσκολα μπορεί να αρνηθεί κανείς -εκτός κι αν έχει συνομωσιολογική προδιάθεση- είναι ότι η υγειονομική κρίση της πανδημίας κορονοϊού είναι μια πραγματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης: η νόσος συνιστά πραγματική απειλή για τη δημόσια υγεία, ακόμη και αν διαφωνούν οι ειδικοί για τις διαστάσεις της ή τον τρόπο αντιμετώπισής της. Και αυτό μπορεί να δικαιολογεί πολύ σοβαρές ανατροπές και περιορισμούς στο πεδίο των ελευθεριών μας, αν αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για την αντιμετώπισή τους. Αυτό το αντιλαμβάνονται διαισθητικά όλοι οι πολίτες ακόμη και αν δεν μπορούν να εκτιμήσουν από τεχνική νομική σκοπιά αν ξεπερνιέται ή όχι κάποιο όριο που θέτει το τάδε ή δείνα άρθρο του Συντάγματος.

Μπροστά σε έναν συλλογικό κίνδυνο που καθένας αρχίζει να εκλαμβάνει πλέον και ως άμεσο κίνδυνο για την προσωπική του υγεία, είναι εύλογο και αναμενόμενο να εμπιστεύεται κανείς κατ’ αρχήν αυτό που του υποδεικνύει η αρμόδια δημόσια αρχή, δηλαδή σε τελική ανάλυση το κράτος υπό την καθοδήγηση της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης. Γι’ αυτό και όσο μεγαλύτερη η ανασφάλεια του πληθυσμού τόσο πιο αναμενόμενη είναι και η μαζική στήριξη των κυβερνητικών μέτρων ασφαλείας. Σε τέτοιες περιστάσεις μαζικής νομιμοποίησης, ίσως χάνει την πρακτική του σημασία το μιλάει κανείς για αντισυνταγματικότητες, που εντόπισε εξετάζοντας τα μέτρα από τεχνική νομική σκοπιά.

Φυσικά, αυτή η νομιμοποίηση από έναν τρομαγμένο πληθυσμό είναι κάτι το οποίο έχει μοιραία χαρακτήρα προσωρινότητας. Δεν παύει ωστόσο να αποτελεί μια ηθική και νομική παγίδα για τις κυβερνήσεις: τις κάνει συχνά να νιώσουν την άνεση να προχωρήσουν στην εφαρμογή μιας ατζέντας, που διαφορετικά θα προσέκρουε σε ισχυρές πολιτικές αντιδράσεις. Το περιεχόμενο της ατζέντας διεθνώς μπορεί να είναι τόσο ποικίλο όσο το να επωφεληθούν από τις έκτακτες ενισχύσεις κάποιοι ημέτεροι, λίγοι ή πολλοί, έως το να φιμωθεί η αντιπολίτευση ή να παραταθεί η έκτακτη εξουσία επ’ αόριστον.

Γι’ αυτό και στην “Επόμενη Μέρα”, το αν το ένα ή το άλλο συγκεκριμένο μέτρο είναι αντισυνταγματικό δεν μας προβληματίζει τόσο. Αυτό που μας απασχολεί πιο πολύ έχει να κάνει με τη δημοκρατία και τη λογοδοσία των κυβερνώντων απέναντι στους πολίτες. Όταν η κυβέρνηση, που έχουμε εκλέξει, μας ζητάει να στρατευθούμε όλοι λ.χ. μένοντας σπίτι, σε έναν αγώνα για το κοινό καλό της υγείας και, έτσι, να απεμπολήσουμε για λίγο χρόνο ζωτικές μας ελευθερίες, ποιες εγγυήσεις έχουμε ως δημοκρατικοί πολίτες ότι αυτή δεν θα εκμεταλλευτεί την εμπιστοσύνη που αξιώνει να της έχουμε και να την υπακούμε σαν στρατιώτες ή παιδιά της, προκειμένου να υλοποιήσει την ατζέντα της, παρακάμπτοντας τη γνώμη μας, ή ευνοώντας κάποιους αδιαφορώντας για τους λοιπούς. Μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση μόνο όφελος θα είχε αν φρόντιζε η ίδια να υποβάλλει με πρωτοβουλία της τις αποφάσεις της στη δημόσια βάσανο της δημοκρατικής λογοδοσίας.

Υπάρχει περίπτωση να παρατηρήσουμε “εθισμό” των πολιτών στην παραβίαση των όποιων δικαιωμάτων τους με κύρια αιτία το φόβο για τη ζωή και την προσβολή από τον ιό;

Ο κίνδυνος του “εθισμού”, που με ανησυχεί, αφορά λιγότερο την παραβίαση των δικαιωμάτων μας και περισσότερο τον ίδιο τον φόβο. Γιατί ο φόβος έχει αποδειχθεί εξαιρετικά εθιστικός. Δείτε το προφανές παράδειγμα: την αδιανόητη φοβολαγνεία των σημερινών μέσων ενημέρωσης που φαίνεται να έχει επιμολύνει ακόμη και αυτή την έννοια της είδησης. Η πολιτική σημασία του φόβου -όπως έχουν υπογραμμίσει όλοι λίγο πολύ οι νεωτερικοί πολιτικοί στοχαστές αρχής γενομένης από τον Μακιαβέλι και τον Τόμας Χομπς- έγκειται στην προσφορότητά του ως μέσου για την ποδηγέτηση και καθοδήγηση του πλήθους.

Η μονοκαλλιέργεια του φόβου στο δημόσιο λόγο συσπειρώνει τους πολλούς γύρω από το φορέα που υπόσχεται ασφάλεια. Το αντάλλαγμα με το οποίο εξαγοράζει κανείς την ασφάλεια αυτή υπό τη σκιά του υγειονομικού λεβιάθαν είναι η παθητική υπακοή που οφείλει όποιος εναποθέτει την κρίση του ως πολίτης στους κυβερνώντες. Η εργαλειοποίηση του φόβου των πολλών, ακόμα και αν γίνεται “επί αγαθώ σκοπώ” (λ.χ. για να τρομάξουν οι άλλως ασυμμάζευτοι απερίσκεπτοι) παλινδρομεί τον πολίτη στη θέση ανηλίκου που επιζητεί την προστασία ενός πατέρα αφέντη και πάντως σίγουρα στη θέση κάποιου μη αυτεξούσιου που χρήζει κηδεμονίας. Γι’ αυτό και η πολιτική διαχείριση της πανδημίας μας απασχολεί περισσότερο ως ζήτημα δημοκρατίας παρά ως ζήτημα επιμέρους ελευθεριών.

Σε αντίθεση με μια αρκετά διαδεδομένη αντίληψη, δεν θεωρούμε αυτονόητο ότι σε περιστάσεις κρίσης η δημοκρατική πολιτεία μπορεί να μετατρέπεται προσωρινά στη νόμιμη δικτατορία ενός αγαθοεργού εκτελεστικού που συμβουλεύεται στενά τον κατά περίπτωση επιστημονικό κλάδο. Αντίθετα, πιστεύουμε ότι η αναγκαστική κινητοποίηση των πολιτών για καταπολέμηση του κοινού κινδύνου, όπως εν προκειμένω η πανδημία, αξιώνει για τη νομιμοποίησή της ένταση της δημοκρατικής λογοδοσίας και συμμετοχής και όχι την απίσχνασή τους.

Η Βουλή δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να λειτουργήσει με τη μορφή των τηλεδιασκέψεων. Θα ήθελα το σχόλιό σας…

Από τους διδάσκοντες στα πανεπιστήμια της χώρας αναμένεται σήμερα να διεξάγουν τα μαθήματά τους (πολλές φορές απευθυνόμενα, όπως λ.χ. στη περίπτωση των Νομικών Σχολών, σε ακροατήρια περισσοτέρων εκατοντάδων φοιτητών) με ηλεκτρονικά μέσα και εξ αποστάσεως. Τα περισσότερα από αυτά τα μαθήματα σήμερα πράγματι διεξάγονται, πολλές φορές με ηλεκτρονικές εφαρμογές που επιλέγει αυτοσχεδιάζοντας ο διδάσκων. Και η ανταπόκριση των φοιτητών είναι μαζική.

Γι’ αυτό προκαλεί πράγματι απορία πώς ένας από τους πιο αδρά χρηματοδοτημένους από τον κρατικό προϋπολογισμό διοικητικούς μηχανισμούς της χώρας που είναι η διοίκηση της Βουλής δεν έχει μπορέσει να αποκαταστήσει την κανονικότητα της λειτουργίας του. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος (όσος δεν περιορίζεται στην τελετουργική ανταλλαγή εγγράφων με σχηματικές απαντήσεις και υπεκφυγές) στην πραγματικότητα αργεί, ενώ η δημοκρατική διαβούλευση στις σκόρπιες συνεδριάσεις περιορίζεται μεταξύ του μικρού κύκλου των αρχηγών, εισηγητών και κοινοβουλευτικών εκπροσώπων.

Αλλά μην αδικούμε ούτε την παρούσα κυβέρνηση και την προεδρία της Βουλής ούτε τον κορωνοϊό. Η πραγματικότητα δεν ήταν πολύ διαφορετική την εποχή πριν τη πανδημία. Ίσως τελικά η κρίση αυτή μας κάνει πιο ευαίσθητους στο πόσο η Βουλή εκπληρώνει το θεσμικό ρόλο της ως το βασικό φόρουμ δημοκρατικής λογοδοσίας. Το δημοκρατικό έλλειμμα των ημερών δεν μπορεί να αναπληρωθεί από τα social media.

Σε μία εποχή κατά την οποία απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις και οι συναθροίσεις ποιους τρόπους μπορεί να χρησιμοποιήσει ως σχήμα αντίδρασης η κοινωνία για να αντισταθεί σε τυχόν κρατικές και κυβερνητικές αυθαιρεσίες;

Είπα μόλις ότι τα social media δεν φτιάχνουν δημοκρατία από μόνα τους. Eίναι όμως ζωτικής σημασίας για αυτή. Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν τα παραδοσιακά μέσα δημόσιας επικοινωνίας είναι συντονισμένα στο να αξιώνουν υπέρ του κοινού τους την μεγιστοποίηση μιας ασφάλειας την ανάγκη της οποίας τα ίδια καλλιεργούν συστηματικά. Γιατί ο κατ’ οίκον εγκλεισμός και η κοινωνική αποστασιοποίηση στάθηκαν η ευκαιρία για μια αλματώδη κλιμάκωση της διοχεύτευσης της κοινωνικότητάς μας στο κυβερνοδιάστημα. Και αυτό δεν μπορούσε παρά να ωθήσει πολλούς από εμάς να ανασυστήσουμε εκεί μέσα κοινούς χώρους δημόσιου προβληματισμού και κριτικής αλλά και πλατφόρμες αλληλεγγύης και αμοιβαίας συνδρομής, αξιοποιώντας ευρέως διαθέσιμες εφαρμογές επικοινωνίας.

Η Επόμενη Μέρα ξεπήδησε ακριβώς ως ένα δίκτυο επικοινωνίας και κοινού προβληματισμού για την πολιτική διαχείριση της πανδημίας μεταξύ φίλων από περισσότερους επιστημονικούς κλάδους, γιατρούς, ιστορικούς, νομικούς, κοινωνιολόγους κλπ. Είναι αφόρητη κοινοτοπία πλέον να μιλάει κανείς για το καταπληκτικό δυναμικό των νέων τεχνολογιών επικοινωνίας για την οργάνωση της κοινωνικότητάς μας. Τη στιγμή αυτή, απαλλαγμένοι από την τυραννία της φυσικής απόστασης, μοιραζόμαστε τον προβληματισμό μας και συντονίζουμε τη δράση μας με πολλούς φίλους Έλληνες και ξένους σε όλο τον κόσμο. Ταυτοχρόνως όμως η νέα αυτή κοινωνικότητα αφήνει μεγάλους αριθμούς όσων δεν έχουν τα μέσα ή τις δεξιότητες από έξω. Και αυτοί είναι πολλοί και αδύναμοι.

Αλλά ακόμη χειρότερα, όπως δείχνει η εμπειρία από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι νέες τεχνολογίες επικοινωνίας τείνουν να εγκλωβίζουν το πλήθος σε στεγανές κοινότητες ενδιαφέροντος, δηλαδή σε παρέες ήδη πεπεισμένων. Και κάτι τέτοιο δεν ευνοεί κάποια αυτοφυή ανασυγκρότηση του πολιτικού πλήθους της δημοκρατίας, του δήμου, μέσα στον κυβερνοχώρο.

Δεν πρόκειται η κατακραυγή των social media να αποτρέψει από μόνη της την κυβερνητική αυθαιρεσία, γιατί οι ασταθείς και επαμφοτερίζουσες τάσεις της γνώμης που αποτυπώνουν έχει αποδειχτεί πολύ εύπλαστη στα χέρια των ηλεκτρονικών opinion makers. Όσο το κράτος θα είναι το μονοπώλιο της έννομης βίας ούτε η δημοκρατία ούτε η πολιτική μπορούν να πάρουν οριστικό διαζύγιο από το φυσικό χώρο που γεμίζουμε με τα σώματά μας.

Ο Ανδρέας Τάκης είναι επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας και μεθοδολογίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει διατελέσει Γενικός Γραμματέας Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών και είναι σήμερα Πρόεδρος ΔΣ του Μητροπολιτικού Οργανισμού Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης (MOMus).

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα